(στην αρχαία Αθήνα)
Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του
«ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ»
Η συνήθεια επιβάλλει να περάσουμε γρήγορα στον τέταρτο αιώνα. Θα λέγαμε πως η σεμνότητα μερικών ιστορικών της Αθήνας δυσανασχετεί στην ιδέα ότι έχουν να ζωγραφίσουν έναν πίνακα, για τον οποίο τα έντονα χρώματα δε συνηθίζονται πια. Θα πίστευε κανείς ότι αρνιούνται να θεωρήσουν άξιο ενδιαφέροντος ένα θέαμα λιγότερο, ίσως, μεγαλοπρεπές απ’ ό, τι στον 5ο αιώνα, αλλά πολύ πιο ανθρώπινο. Δε μας φαίνεται πως μια τέτοια αντίληψη είναι δυνατό να δικαιολογηθεί. Θα πάμε μάλιστα πιο μακριά, διαβεβαιώνοντας ότι η Αθήνα είναι το ίδιο ενδιαφέρουσα την ώρα της παρακμής της όσο και στο μεγαλείο της. Η αιτία βρίσκεται στο ότι τότε, περισσότερο παρά ποτέ, τη βλέπουμε με τα πραγματικά της χαρακτηριστικά. Δεν έχει πια αυτή την όψη της τελειότητας που ήθελε ο Περικλής· δεν έχει ακόμα αυτή την εμφάνιση της εγκατάλειψης και της αδιαφορίας που θα προβάλει μετά τη Χαιρώνεια. Για να την κρίνουμε καλύτερα, ας θυμηθούμε πρώτα πρώτα τις σθεναρές της προσπάθειες στο εξωτερικό, για να αδράξει πάλι την τύχη που μόλις της είχε ξεφύγει. Στη συνέχεια θα βολιδοσκοπήσουμε την εσωτερική της ζωή.
Ένα κράτος που αγωνίζεται με θάρρος μέσα στις αντιξοότητες αξίζει το σεβασμό μας. Έτσι, όποια κι αν είναι τα λάθη της, δεν μπορούμε παρά να κρίνουμε με συμπάθεια την εξωτερική δράση της Αθήνας και την οικονομική της δραστηριότητα κατά την περίοδο που ακολούθησε την καταστροφή του 403 π.Χ. Η πόλη του Περικλή, σκέπτονταν οι αντίπαλοί της, ήταν χεροπόδαρα δεμένη για πολλά χρόνια. Είχε ορκισθεί ότι θα έχει «τους ίδιους εχθρούς και τους ίδιους φίλους[1] με του: Λακεδαιμόνιους και ότι θα τους ακολουθεί κατά γη και κατά θάλασσα, όπου θα την οδηγούσαν». Είχε επίσης υποσχεθεί πως θα συνεισέφερε στις δαπάνες της Πελοποννησιακής Συνομοσπονδίας. Τήρησε τις υποχρεώσεις της για δύο πενταετίες και μετά διέβλεψε μια πιθανή βελτίωση στις σκληρές συνθήκες που της είχαν επιβάλει. Και δε δίστασε. Χωρίς άλλη γραμμή πλεύσης εκτός από την καιροσκοπία, απαλλάσσεται από του< όρους της συνθήκης, που τους κρίνει αβάσταχτους. Και ξεκίνησε πάλι προς τα τολμηρά όνειρα.

