Από το «Οι Έλληνες και το παράλογο»,
μτφρ Γιώργη Γιατρομανωλάκη, εκδόσεις Ινστιτούτο του Βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα,
Αθήνα 1996, β΄ έκδ.
Οι υποσημειώσεις, πλην δύο, στο βιβλίο.
[…] Mια υποθετική γραμμή πνευματικής καθόδου που ξεκινά από τη Σκυθία, διασχίζει τον Ελλήσποντο προς την ανατολική Ελλάδα, συνδυάζεται ίσως με κάποια απομεινάρια της μινωικής παράδοσης που επιζούν στην Κρήτη, μεταναστεύει στην άπω Δύση με τον Πυθαγόρα και βρίσκει τον τελευταίο εξέχοντα αντιπρόσωπό της στη Σικελία, τον Εμπεδοκλή. Οι άνθρωποι αυτοί διέδιδαν πως πίστευαν σε μιαν αποσπάσιμη ψυχή ή εγώ, που με κατάλληλες τεχνικές μπορεί να αποσυρθεί από το σώμα, ακόμη και στη διάρκεια της ζωής σε ένα εγώ που είναι αρχαιότερο από το σώμα και θα επιζήσει πέρα απ’ αυτό. Στο σημείο όμως αυτό κάνει την εμφάνισή της μια αναπόφευκτη ερώτηση: ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στο νέο αυτό γεγονός και στο μυθολογικό πρόσωπο που ονομάζεται Ορφέας αφενός, και αφετέρου στη θεολογία τη γνωστή ως ορφική; Και πρέπει να αποπειραθώ μια σύντομη απάντηση.
Σχετικά με τον ίδιο τον Ορφέα μπορώ να κάνω μιαν υπόθεση με κίνδυνο να αποκληθώ πανσαμανιστής. Πατρίδα του Ορφέα είναι η Θράκη, και εκεί στη Θράκη λατρεύει ή συνοδεύει ένα θεό που οι Έλληνες ταύτιζαν με τον Απόλλωνα. Συνδυάζει τα επαγγέλματα του ποιητή, του μάγου, του θρησκευτικού διδασκάλου και χρησμοδότη. Όπως μερικοί μυθικοί σαμάνες της Σιβηρίας, μπορεί με τη μουσική του να μαζεύει τα πουλιά και τα άγρια ζώα για να τον ακούσουν. Όπως κάνουν παντού οι σαμάνες, επισκέπτεται τον κάτω κόσμο, και το κίνητρό του είναι πολύ κοινό για τους σαμάνες – να ξανακερδίσει μια κλεμμένη ψυχή. Τελικά το μαγικό του εγώ επιζεί ως ένα ωδικό κεφάλι, που συνεχίζει να δίνει χρησμούς πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Τούτο επίσης θυμίζει Βορρά: τέτοια μαντικά κεφάλια εμφανίζονται στη νορβηγική μυθολογία και στην ιρλανδέζικη παράδοση. Συμπεραίνω πως ο Ορφέας είναι μια θρακική μορφή που μοιάζει πολύ με τον Ζάλμοξη – ένας μυθικός σαμάνας ή πρότυπο των σαμάνων.
Κατηγορία: ΑΡΧΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Ολυμπιακοί Αγώνες και Ιδεολογία του Αθλητισμού
στην Αρχαία Ελλάδα
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες υπήρξαν θεσπέσιο λατρευτικό-αθλητικό θέσμιο των αρχαίων Ελλήνων, με σύνδρομο ποιοτικό-ηθικό βίωμα, πριν ήδη από την μάχη του Μαραθώνος και τη μάχη των Πλαταιών.
Χαρακτήριζε τους Έλληνες, ήδη στον όγδοο π.Χ. αιώνα, η εύτολμη και δημιουργική δράση και η συναίσθηση χρέους προς τον άθλο και την άμιλλα, ιδιαίτερα τους πρωτοπόρους μεταξύ τους όπως και η έξοχη μυθολογία τους υπαγόρευε, καίριο στοιχείο του πολιτισμού τους, έργο θαυμαστής ποιητικής φαντασίας, εμψυχωτικής του εξωανθρώπινου κόσμου, εξυψωτικής του ανθρωπίνου βίου. Τα έπη του Ομήρου, διάσπαρτα έστω ακόμη, λάξευαν τη συνείδηση των Ελλήνων προς ηρωικό ήθος. Από τους στίχους της Ιλιάδας ηχούσε το βαρύηχο παράγγελμα «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων». Ο ηθικά ωραιότερος ήρωας του Ομήρου, δεν καταδεχόταν να ζει ως «άχθος αρούρης», δηλαδή να επιζεί απλώς χωρίς να μεγαλουργεί. Από τους στίχους της Οδύσσειας αντηχούσε η ρητή έξαρση της αξίας του αθλητισμού και η αξιολογική αντιδιαστολή του προς την ενασχόληση αποκλειστικά σε κερδοφόρα εμποροναυτική δράση _ από τον Αλκίνοο (θ 103) και τον Λαοδάμα (θ 147-148) και από τον Ευρύαλο (θ 159-164).
Στην ηθικο-ποιητική αυτή ατμόσφαιρα και ως οιονεί συμπλήρωμα θρησκευτικής λατρείας θεσπίστηκαν οι Ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαία Ελλάδα όπως και οι άλλοι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες, «Ίσθμια», «Νέμε », «Πύθια». Μάλιστα, ο ιερός χώρος της Ολυμπίας υπήρξε χώρος όχι μόνο αθλητικών αγώνων, αλλά και μαντείου επίσης. Η λειτουργία μαντείου όμως ατόνησε με το πέρασμα του χρόνου και πολύ ενωρίς αναδείχτηκε η Ολυμπία ως χώρος της κορυφαίας αθλητικής πανηγύρεως των Ελλήνων.


