(το αντίστοιχο κεφάλαιο από το έργο του M. I. Finley
«ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»
Όταν τα νέα της ήττας τους στη Σικελία το 413 π.Χ. έφτασαν στους Αθηναίους, τα δέχθηκαν με δυσπιστία. Χρειάστηκε να περάσει κάποιος χρόνος για να συνειδητοποιήσει ο λαός την έκταση της καταστροφής, οπότε, γράφει ο Θουκυδίδης (8.1.1.), «εξεμάνη κατά των ρητόρων που είχαν συμβάλλει στην προπαγάνδιση της εκστρατείας ωσάν να μην την είχε ο ίδιος [ο λαός] αποφασίσει [στην Εκκλησία]». Στο χωρίο αυτό ο Τζορτζ Γκρότ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Από τις τελευταίες αυτές λέξεις θα μπορούσε να δοθεί εντύπωση ότι ο Θουκυδίδης θεωρούσε πως οι Αθηναίοι, από τη στιγμή που υιοθέτησαν την εκστρατεία με τις ψήφους τους, αποποιήθηκαν το δικαίωμα της μομφής κατά των ρητόρων εκείνων που είχαν πρωτοστατήσει, συνιστώντας να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια. Δεν συμμερίζομαι καθόλου την άποψή του. Ο εισηγητής κάθε σημαντικού μέτρου είναι πάντοτε ηθικά υπεύθυνος για την ορθότητα, τη χρησιμότητα και την πρακτικότητα του μέτρου, και πολύ σωστά πέφτει, λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με την περίπτωση, σε δυσμένεια, αν έχει αποτελέσματα ολότελα αντίθετα από εκείνα που είχε προβλέψει»1.
Οι δυο αντιτιθέμενες αυτές παραπομπές φέρνουν στην επιφάνεια όλα τα θεμελιώδη εγγενή προβλήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας: προβλήματα χάραξης πολιτικής και ηγεσίας, αποφάσεων και ευθύνης γι’ αυτές. Δυστυχώς ο Θουκυδίδης (6.1-25) μας λέγει πολύ λίγα για τους ρήτορες που υποστήριξαν επιτυχώς στην Εκκλησία την απόφαση για την πραγματοποίηση της μεγάλης εισβολής στη Σικελία. Στην πραγματικότητα, δεν μας λέγει τίποτα το συγκεκριμένο για τη συνεδρίαση, παρά μόνο ότι ο λαός υπήρξε θύμα παραπλάνησης εκ μέρους μιας αντιπροσωπείας από τη σικελική πόλη της Σεγέστας και από αυτούς τους ίδιους τους δικούς του απεσταλμένους που μόλις είχαν επιστρέψει από τη Σικελία, και ότι οι περισσότεροι απ’ όσους ψήφισαν αγνοούσαν σε τέτοιο βαθμό την όλη υπόθεση, ώστε δεν γνώριζαν ούτε καν το μέγεθος του νησιού ή τον πληθυσμό του.



