Η ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

kion1Η ισχύς και το δίκαιο 

Τα δύο περίφημα αποσπάσματα απ’ τον διάλογο των Μηλίων

στο 5ο βιβλίο του Θουκυδίδη

Λήψη του αρχείου

σε συμπιεσμένη μορφή

Ι

 ὅ­τι δί­και­α μὲν ἐν τῷ ἀν­θρω­πε­ί­ῳ λό­γῳ ἀ­πὸ τῆς ἴ­σης ἀ­νάγ­κης κρί­νε­ται, δυ­να­τὰ δὲ οἱ προ­ύ­χον­τες πράσ­σου­σι καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς ξυγ­χω­ροῦ­σιν. 

                                                                                                                                    [5.89]   

…πως κατά την ανθρώπινη λογική μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και τα δύο μέρη έχουν ίση ισχύ και ότι οι ισχυροί πράττουν ό, τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και το αποδέχονται. (μετ. Ν. Σκουτερόπουλος)

…ότι κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό, τι του επιβάλλει η αδυναμία του. (μετ. Ε. Βενιζέλος)

…ότι στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του. (μετ. Α. Βλάχος)

   ΙΙ

 Τῆς μὲν το­ί­νυν πρὸς τὸ θεῖ­ον εὐ­με­νε­ί­ας οὐ­δ’ ἡ­μεῖς οἰ­ό­με­θα λε­λε­ί­ψε­σθαι· οὐ­δὲν γὰρ ἔ­ξω τῆς ἀν­θρω­πε­ί­ας τῶν μὲν ἐς τὸ θεῖ­ον νο­μί­σε­ως, τῶν δ’ ἐς σφᾶς αὐ­τοὺς βου­λή­σε­ως δι­και­οῦ­μεν ἢ πράσ­σο­μεν. ἡ­γο­ύ­με­θα γὰρ τό τε θεῖ­ον δό­ξῃ τὸ ἀν­θρώ­πει­όν τε σα­φῶς διὰ παν­τὸς ὑ­πὸ φύ­σε­ως ἀ­ναγ­κα­ί­ας, οὗ ἂν κρα­τῇ, ἄρ­χειν· καὶ ἡ­μεῖς οὔ­τε θέν­τες τὸν νό­μον οὔ­τε κει­μέ­νῳ πρῶ­τοι χρη­σά­με­νοι, ὄν­τα δὲ πα­ρα­λα­βόν­τες καὶ ἐ­σό­με­νον ἐς αἰ­εὶ κα­τα­λε­ί­ψον­τες χρώ­με­θα αὐ­τῷ, εἰ­δό­τες καὶ ὑ­μᾶς ἂν καὶ ἄλ­λους ἐν τῇ αὐ­τῇ δυ­νά­μει ἡ­μῖν γε­νο­μέ­νους δρῶν­τας ἂν ταὐ­τό.     

[5.105]

Όσον αφορά την εύνοια των θεών, ούτε εμείς νομίζουμε ότι θά μάς λείψει. Γιατί τίποτε απ’ ό, τι απαιτούμε ή πράττουμε δεν άντιβαίνει σέ αυτά πού οφείλουν οι άνθρωποι να πιστεύουν σε σχέση με τούς θεούς και να θέλουν σε σχέση με τούς άλλους. Πιστεύουμε δηλαδή ό, τι και οι θεοί και, προφανώς, οι άνθρωποι από φυσική αναγκαιότητα επιβάλλουν πάντοτε την κυριαρχία τους στον ασθενέστερο. Αυτόν το φυσικό νόμο ούτε τον θεσπίσαμε εμείς ούτε πρώτοι τον εφαρμόσαμε, άλλα τον βρήκαμε να υπάρχει και θα τον αφήσουμε να ισχύει παντοτινά, και ξέρουμε πώς και εσείς και κάθε άλλος πού θα είχε την ίδια με εμάς δύναμη θα έκανε το ίδιο. (μετ. Ν. Σκουτερόπουλος)

Αλλά και ημείς νομίζομεν, ότι δεν θα μας  λείψη η ευμένεια των θεών. Διότι εις ό, τι ζητούμεν και πράττομεν ουδαμώς απομακρυνόμεθα από ό, τι οι άνθρωποι πιστεύουν εν σχέσει προς τας θρησκευτικάς των πεποιθήσεις, ή από τας ανθρωπίνας αυτών επιθυμίας και σκοπούς. Καθόσον ως προς μεν τους θεούς πιστεύομεν, ως προς δε τους ανθρώπους καλώς γνωρίζομεν, ότι ωθούμενοι ανέκαθεν υπό ακαθέκτου φυσικής ορμής, άρχουν παντού, όπου η δύναμίς των είναι επικρατεστέρα. Τον νόμον τούτον ούτε εθέσαμεν, ούτε ισχύοντα ήδη πρώτοι ημείς εφηρμόσαμεν. Τον ευρήκαμεν ισχύοντα καί θα τον κληροδοτήσωμεν ισχύοντα αιωνίως, γνωρίζοντες, ότι και σείς επίσης και κάθε άλλος, εάν είχατε όσην ημείς δύναμιν, θα επράττατε το αυτό. (μετ. Ε. Βενιζέλος)

 

 Αλλά και έμεΐς νομίζομε ότι δέν θά μας λείψη η  εύνοια των θεών, γιατί ούτε οι αξιώσεις μας ούτε οι πράξεις μας απομακρύνονται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων ή από τις αρχές που εφαρμόζουν στις μεταξύ τους σχέσεις. Από ό, τι μπορεϊ κανείς να εικάση για τους θεούς και από ότι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύ­ομε ό,τι καί οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάν­τα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Τόν νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύη και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχθούν καί ξέρομε καλά ότι κ’ εσείς και οποιοιδήποτε άλλοι θα εκάνατε τα ίδια αν είχατε την δύναμή μας. (μετ. Α. Βλάχος)

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ»

Κτῆ­μα ἐς αἰ­εί

kion1Κτῆ­μα ἐς αἰ­εί μᾶλ­λον ἤ ἀ­γώ­νι­σμα ἐς τό πα­ρα­χρῆ­μα ἀ­κού­ειν ξύ­γκει­ται

 σχόλια της Emily Greenwood

(από το έργο της «Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ και διαμόρφωση της ιστορίας»)

 

Ι… Στα κεφάλαια του 1ου Βιβλίου (20-2), στα οποία εκθέτει τόσο την ιδεολογία όσο και τη μεθοδολογία του κειμένου του, ο Θουκυδίδης συγκρίνει με άλλους τύπους λογοτεχνίας το είδος του έργου που γράφει. Ο Θουκυδίδης ξεκόβει από το παράδειγμα ποιητών, που προσφέρουν ψυχαγωγικές, υπερβολικές και φανταστικές περιγραφές συμβάντων του παρελθόντος, όπως και πεζογράφων (λογογράφοι), που συνθέτουν περιγραφές περισσότερο για να παρασύρουν το ακροατήριό τους παρά για να τους πουν την αλήθεια (1.21.1). Αυτές οι περιγραφές του παρελθόντος λέγεται ότι φτάνουν στην επιτυχία χάρη στο στοιχείο του μυθώδους (ibid). Θεωρείται συχνά ότι πίσω από την αναφορά στους λογογράφους αδιακρίτως, κρύβεται έμμεση αναφορά στις Ιστορίες του Ηροδότου. Ενώ ο Θουκυδίδης βρίσκεται πολύ πλησιέστερα στον Ηρόδοτο απ’ όσο παραδέχεται, η ιστοριογραφική ρητορική του είναι σημαντικά λιγότερο ψυχαγωγική.[1] Ο Θουκυδίδης προβλέπει την κριτική ότι τα ακροατήρια ίσως θεωρήσουν πως από την περιγραφή των συμβάντων λείπει η απόλαυση, η σχετική με αυτά τα άλλα είδη (ἀτερπέστερον), χάρη στη απόρριψη του μυθώδους (τό μή μυθώδες) – 1.22.4. Ο ισχυρισμός ότι η Ιστορία του δεν γράφτηκε για να πάρει μέρος σε διαγωνισμό (ἀγώνισμα)προκαλεί ευθεία σύγκριση με την αγωνιστική παρουσίαση, συνηθέστερος όρος για την οποία ήταν ο ἀγών (είτε επρόκειτο για θεατρικά έργα, λόγους στη Συνέλευση και τα δικαστήρια, είτε για επίδειξη γνώσεων)[2]. Αυτά τα είδη για αγώνες χάιδευαν τα αυτιά των ακροατηρίων τους.

Συνέχεια ανάγνωσης «Κτῆ­μα ἐς αἰ­εί»