Η ΑΤΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ : Γένεση και διαμόρφωση του είδους

kion1Η ΑΤΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Γένεση και διαμόρφωση του είδους  

Λήψητου αρχείου

σε συμπιεσμένη μορφή

 Ulrich von Wilamowitz-Moellendorf

Το πρόβλημα

Όταν κάποιος παίρνει στα χέρια του ένα αττικό δράμα συνή­θως ξεκινά από την προϋπόθεση ότι πρόκειται για ένα ποίημα του ίδιου λογοτεχνικού είδους με τα έργα Σακουντάλα, Η ζωή είναι όνειρο, Πολύευκτος, Μάκβεθ, Βάλλενσταϊν. Ως εκ τούτου μεταθέτει σε εκείνο ορισμένες προσδοκίες, οι οποίες ενυπάρ­χουν στη φύση αυτού του είδους. Περιμένει κανείς ένα αισθητι­κό αποτέλεσμα, η επίτευξη του οποίου πρέπει να είναι ο σκο­πός της τραγωδίας’ συνεπώς η κρίση για το ποίημα που διαβά­ζει καθορίζεται από το κατά πόσο αυτό έχει εκπληρώσει την α­ποστολή του και έχει ικανοποιήσει τις προσδοκίες αυτές. Βέ­βαια σε κάθε δράμα ο καθένας διατυπώνει κάτι που τον προ­βληματίζει, το οποίο, όμως, ο ποιητής έχει επεξεργασθεί σκόπι­μα έτσι, το έχει θεωρήσει, δηλαδή, είτε ως προτέρημα είτε ως κάτι εντελώς απαραίτητο. Στο αττικό δράμα υπάρχει ο Χορός που συχνά τροχοπεδεί την εξέλιξη της πλοκής· στον Καλντερόν κουράζουν τα αναρίθμητα κατ’ ιδίαν (a parte) των προσώπων καθώς και οι ατέλειωτες περιγραφές· στον Κίννα του Corneille μάς απωθεί η ενότητα του χώρου, στον Σαίξπηρ οι γελωτο­ποιοί, στον Schiller τα ερωτικά ζευγάρια. Στις περισσότερες πε­ριπτώσεις βέβαια ο αναγνώστης είναι ήδη από πριν ενημερωμέ­νος για το τι πρόκειται να συναντήσει. Έτσι δεν είναι πια τόσο έντονα αποστασιοποιημένος, παραβλέπει ή προσπερνά εύκολα ένα περιττό τμήμα και τελικά συμβιβάζεται με ό,τι τον ενοχλεί και το δέχεται ως δικαιολογημένη ιδιοτυπία. Αλλά, όπως είναι γνωστό, δικαιολογημένη ιδιοτυπία σημαίνει κάτι το οποίο μπο­ρεί ενδεχομένως να αιτιολογείται, αφού δυστυχώς δεν είναι δυ­νατό να αλλάξει, ενώ κατά βάθος είναι εντελώς αδικαιολόγητο. Και η εντιμότητα απαιτεί να ομολογήσουμε ότι οι ποιητές θέλη­σαν με αυτά τα μέσα να εκπληρώσουν την αποστολή τους, αλλά παρά ταύτα την εκπληρώνουν στην πραγματικότητα μετά βίας. Κατανόησαν, δηλαδή, την αποστολή τους σε μικρότερο βαθμό από ό,τι εμείς· και αυτό τελικά αποτελεί μια κολακευτική επιβε­βαίωση της εσωτερικής μας ικανοποίησης για το πόσο πολύ έ­χουμε προοδεύσει στα ζητήματα αυτά.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΑΤΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ : Γένεση και διαμόρφωση του είδους»

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ : ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ : ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

 Sir Richard Winn Livingstone

(σελ. 53-83, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ)

από το έργο του

«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΜΑΣ»

 Ὁ Γκαῖτε ἦταν ὅσο κανείς ἄλλος ὑπεύθυνος γιά τήν ἰδέα ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν προπάντων ἔραστές του ὡραίου. Μολαταύτα ὁ ἴδιος παρέχει καί μιάν ἐπιδιόρθωση σ’ αὔτην τήν ἄποψη γιά τόν Ἑλληνισμό. Λέγει κάπου ὅτι τό διακριτικό σημάδι τῶν Ἑλλήνων ἦταν τό πάθος ὄχι γιά τήν ὀμορφιά, ἄλλα γιά τήν ἀλήθεια. Δέν ἐννοοῦσε φυσικά ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔλεγαν πάντοτε τήν ἀλήθεια: ὁλοφάνερα, λίγα ἔθνη ἔχουν ἱστορία τόσο γεμάτη ἀπό ἀνερυθρίαστα ψέματα· στούς ὑστερώτερους μάλιστα χρόνους ἡ Graeca levitas[1] ἀντικατέστησε τήν Punicam fidem[2] σάν καταφρονητική ἐπωνυμία τοῦ ἔντιμου Ρωμαίου. Οὔτε ἔννοοῦσε ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔβλεπαν πάντα τό σωστό: φιλαλήθεια μ’ αὐτό τό νόημα δέν ἔχει δοθῆ στόν ἄνθρωπο. Ἐννοοῦσε ὅτι οἱ Ἕλληνες συνολικά κοίταζαν ἴσια τή ζωή, καί τήν ἔβλεπαν, ὅπως πραγματικά εἶναι· ὅτι εἶχαν αὐτό πού ὀνόμασε ὁ Ματθαῖος Ἀρνολντ «ἀνέφελη διαύγεια τοῦ νοῦ». Μ’ αὐτό τό νόημα παρμένα τά λόγια τοῦ Γκαῖτε δέν εἶναι δύσκολο νά δικαιολογηθοῦν.Εἶναι βέβαιο, ὅτι διαβάζοντας τήν Ἑλληνική λογοτεχνία ἀδιάκοπα γευόμαστε μέσα σ’ αὐτήν, σάν συστατικό ποῦ «Ἀδιάκοπα ἐπανέρχεται, κάποια ποιότητα ποῦ μᾶς ὠθεῖ νά τήν ὀνομασωμε φιλαλήθεια, ἄν καί τό ὄνομα δύσκολα σκεπάζει τό πράγμα. Ἔχομε τή συναίσθηση, ὅτι κοιτάζομε ἕναν πίνακα, πού εἶναι πιστή προσωπογραφία: ὅτι ἀτενίζομε ἕνα κρύσταλλο πού ἀποκαλύπτει τή ζωή ὄχι συννεφιασμένα καί συγκεχυμένα, ἀλλά μέ τό χρῶμα τό σωστό καί τίς καθαρές γραμμές, χωρίς κηλίδες. Δέν ὑπάρχουν πολλές λογοτεχνίες τέτοιου εἴδους. Στα Ἰρλανδικά παραμύθια τοῦ Finn[3] και τοῦ Cuchulain[4] γίνεται πολύ λόγος για ὀμορφιά και ἡρωϊσμό και μυθολογήματα: ἀλλά ὁ κόσμος τους εἶναι, ὀλοφάνερα, πραγματικός και ὄχι ἀνθρώπινος. Λόφοι πού ἐκπέμπουν ἄσπρα πουλιά και ἄτρωτους χοίρους, βλαστοί ἀπό γαϊδουράγκαθο και σφῖρες ἀπό σκόνη και χνούδι, πού παίρνουν την ἐμφάνιση στρατιῶν, μάγισσες πού τοξεύουν τους ἥρωες μέσα ἀπό την τρύπα ἑνός φύλλου, σκύλοι πού μεταβάλλουν ἀνθρώπους σε γαϊδούρια με την ἀναπνοή τους ἤ βγάζουν από το στόμα τους μεγάλες ποσότητες χρυσάφι και ἀσήμι, ἅρπες, πού πηδοῦν προς τους κυρίους τους και σκοτώνουν ἐννιά ἀνθρώπους στο πέρασμά τους, ἀσπίδες πού μουγκρίζουν ἡ μια στην ἄλλη και τους ἀπαντοῦν τά Τρία Κύματα ταῆς Ἰρλανδίας· θέματα σαν αὐτά μπορεῖ να βρεθοῦν και στον Ὅμηρο, ἀλλά ὁ Ἰρλανδός συγγραφέας εἶναι ὀλότελα παραδομένος σ’αὐτά. Το παράξενο και το ὑπερφυσικό ἐπικρατοῦν ἐδῶ ἀπεριόριστα στο φυσικό και στο ἀνθρώπινο. Ἡ είκόνα τοῦ Ἰρλανδοῦ δεν εἶναι εἰκόνα τοῦ πραγματικοῦ κόσμου και τῆς πραγματικῆς ζωῆς πού οἱ ἄνθρωποι ζοῦν σ’αυτόν.Μπροστά ἀπό τά μάτια μας περνᾶ ἕνα ἀπατηλό, ὄχι πραγματικό ὀνειροπόλημα, μια ὀμορφιά ἀλλόκοτη μόνο και φανταστική.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ : ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»