Οἱ ἄ­μι­σθοι πο­λι­τι­κοὶ τῆς Ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας

Οἱ ἄ­μι­σθοι πο­λι­τι­κοὶ τῆς Ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας

Οὐ­δεὶς δη­μό­σιος λει­τουρ­γὸς ἀ­μει­βό­ταν 

Δήμ. I. Λάμ­πρου

(«Ἀ­να­ζή­τη­ση», Ἀ­θῆ­να 1980, σσ. 211-219.)

  Στὰ λε­ξι­κὰ σὰν «ἐ­πάγ­γελ­μα» ὁ­ρί­ζε­ται «ἡ «βι­ο­πο­ρι­στι­κὴ ἐρ­γα­σί­α τι­νός» καὶ σὰν «ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας» ὁ ἀ­σκῶν βι­ο­πο­ρι­στι­κὴν ἐργα­σί­αν». Ἑ­πο­μέ­νως, ὅ­ταν ἀ­σκῶ ἐ­πάγ­γελ­μα, σκο­πός μου εἷ­ναι νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­ζω τὰ πρὸς τὸ ζῆν, καὶ κα­τὰ λο­γι­κὴν ἀ­να­γκαι­ό­τη­τα ἡ ψυ­χο­λο­γι­κὴ ἀ­φε­τη­ρί­α καὶ τὸ λο­γι­κὸ κί­νη­τρό μου ὡς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α εἶ­ναι τὸ ἀ­το­μι­κὸ καὶ οἰ­κο­γε­νει­α­κό μου συμ­φέ­ρον. Δὲν νο­εῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ποὺ σκο­πεύ­ει στὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ ἀ­το­μι­κοῦ ἢ οἰ­κο­γε­νει­α­κοῦ συμ­φέ­ρο­ντος ἄλ­λου ἀ­τό­μου. Τὸ συμ­φέ­ρον τοῦ δευ­τέ­ρου ἀ­τό­μου ἱ­κα­νο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἄ­σκη­ση ἐ­παγ­γέλ­μα­τος ἐκ μέ­ρους αὐ­τοῦ τοῦ ἰδί­ου καὶ ὄ­χι ἐκ μέ­ρους τὸν πρώ­του.

Ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀ­ντί­θε­τα πρὸς τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α, τὰ κί­νη­τρα καὶ τοὺς σκο­ποὺς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος καὶ τοῦ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α εἶ­ναι ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α, τὰ κί­νη­τρα καὶ οἱ σκο­ποὶ τοῦ λει­τουρ­γή­μα­τος καὶ τοῦ λει­τουρ­γοῦ. Ἐ­νῷ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ἀ­φο­ρᾷ στὸ ἄ­το­μο καὶ στὴν ἰ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ ἀ­το­μι­κοῦ συμ­φέ­ρο­ντος, τὸ λει­τούρ­γη­μα εἶ­ναι ἔν­νοι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα συ­ναρ­τη­μέ­νη πρὸς τὶς ἔν­νοι­ες τοῦ συ­νό­λου καὶ τοῦ γε­νι­κοῦ συμ­φέ­ρο­ντος. Καὶ ἂν o ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ξε­κι­νὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α τοῦ λαμ­βά­νειν, ὁ λει­τουρ­γὸς ξε­κι­νᾷ ἀ­πὸ τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α τοῦ προ-σφέ­ρειν. Στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσσα λει­τούρ­γη­μα (ἄρχ. «λει­τουρ­γί­α») ση­μαί­νει «ἐν τῇ εὐ­ρεῖ­ᾳ ἔν­νοι­ᾳ πᾶ­σαν πα­ρο­χήν, ὑ­πη­ρε­σί­αν, δα­πά­νην, προ­σφε­ρο­μέ­νην ἀ­πὸ τὸ ἄ­το­μον πρὸς τὴν Πό-λι­τεί­αν» καὶ λει­τουρ­γὸς ση­μαί­νει ὁ πα­ρέ­χων, προ­σφέ­ρων, ὑ­πη­ρε­τῶν, δα­πα­νῶν δι­ὰ τὴν Πο­λι­τεί­αν» αὐ­τὰ ποὺ σὰν ἄ­το­μο κα­τέ­χει ὁ ἴδι­ος (ἀ­γα­θά, χρή­μα­τα, ὑ­πη­ρε­σί­α, γνώ­σεις κ.λπ.­). Ὅ­ταν ἀ­σκῶ λει­τούρ­γη­μα, σκο­πός μου δὲν εἶ­ναι νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σω τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἐ­μοῦ καὶ τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας μου (ὅ­πως συμ­βαί­νει ὅ­ταν ἀ­σκῶ ἐ­πάγ­γελ­μα), ἀλ­λά νὰ πα­ρα­χω­ρή­σω πρὸς τὸ σύ­νο­λο, τὴν Πο­λι­τεί­α ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται γι­ὰ τὴ δι­κή της ἐ­πι­βί­ω­ση («δι­δό­ναι τοῖς πολ­λοῖς τὰ ἐμά»­). Τὸ ἀ­το­μι­κὸ συμ­φέ­ρον ὄ­χι μό­νο δὲν συμ­βι­βά­ζε­ται μὲ τὸ λει­τούρ­γη­μα, ἀλ­λά καὶ συ­γκρού­ε­ται πρὸς αὐ­τό, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἀπὸ τὴ σκο­πι­ὰ τοῦ ἀ­τό­μου ἡ προ­σφο­ρά, πα­ρο­χή, δα­πά­νη κ.λπ. πρὸς τὴν Πο­λι­τεί­α ἀ­πο­τε­λεῖ μεί­ω­ση, ζη­μί­α τῶν προ­σω­πι­κῶν καὶ οἰ­κο­γε­νει­α­κῶν ἀ­γα­θῶν, δυ­να­μι­κοῦ κ.λπ.

Συνέχεια ανάγνωσης «Οἱ ἄ­μι­σθοι πο­λι­τι­κοὶ τῆς Ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας»

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ

  Ο άνθρωπος και οι θεοί

Λήψη του αρχείου

                                                                                                                      σε συμπιεσμένη μορφή

Mario Vegetti

 

 

Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο γερο-σοφός Ηράκλειτος απευθυνόμενος στους ξένους επισκέπτες που είχαν σταματήσει στο κατώφλι του σπιτιού του. θωρώντας τον να ζεσταίνεται μπροστά στο μαγκάλι του, τους προσκάλεσε να μπουν άφοβα, λέγοντας: «κι εδώ επίσης υπάρχουν θεοί» (Περί ζώων μορίων, Α’, 5).

 

Αυτό το περιστατικό είναι χαρακτηριστικό, και χρήσιμο από πολλές απόψεις, για να κατανοήσουμε τη θρησκευτική συμπεριφορά του έλληνα ανθρώπου. Καταρχήν υπογραμμίζει το διάχυτο χαρακτήρα του «ιερού», την εγγύτητά του με το χώρο και το χρόνο της καθημερινής ζωής. Η οικιακή εστία, για παράδειγμα, γύρω από την οποία συγκεντρώνεται η οικογένεια για να μαγειρέψει και να γευματίσει, είναι αφιερωμένη σε μια θεότητα, την Εστία, προστάτιδα της ευημερίας και της συνέχειας της οικογενειακής ζωής· η περιφορά κάθε νεογέννητου γύρω από την εστία είναι η επικύρωση, σε θρησκευτικό επίπεδο, της εισδοχής του στο χώρο της οικίας.

 

Στη φράση του Ηράκλειτου ο διάχυτος χαρακτήρας του ιερού εκφράζεται με μια σχέση οικειότητας, που χαρακτηρίζει έντονα την ελληνική θρησκευτικότητα: η θεότητα δεν είναι ούτε απόμακρη ούτε απρόσιτη, κάθε σημαντική στιγμή δε της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής σημαδεύεται από την παρουσία της -αναπαριστώμενη μέσα στις λατρευτικές πρακτικές και τις οικογενειακές ή δημόσιες αφηγήσεις, όπου σκιαγραφείται το πυκνό υφάδι ενός χαρακτηριστικού συμβολισμού της ύπαρξης. Το ερώτημα επομένως δεν είναι γιατί, αλλά πώς θα μπορούσαν να μην πιστεύουν οι Έλληνες στους θεούς τους, αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής τους ζωής.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ»