ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ

ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

ΚαστοριάδηςΔι­ά­λε­ξη πού δό­θη­κε στό Βα­φο­πού­λει­ο Πνευ­μα­τι­κό Κέν­τρο Θεσ­σα­λο­νί­κης στίς 22 Φε­βρουά­ριου 1992, βα­σι­σμέ­νη στήν προ­σφο­ρά τοῦ συγ­γρα­φέ­α στό Ἀ­φι­έ­ρω­μα στόν Κων­σταν­τῖ­νο Δε­σπο­τό­που­λο, Ἐκ­δό­σεις Πα­πα­ζή­ση, ‘Ἀθήνα, 1991, σέλ. 205-224.

 

Τοῦ Κων­σταν­τί­νου Δε­σπο­τό­που­λου μι­κρόν ἀν­τί­δω­ρον, ἄνθ’ ὧν…

 

 

Τό ἐ­ρώ­τη­μα «τί εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος» εἶ­ναι πάν­τα, ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα, πα­ρόν στήν ἀ­θη­να­ϊ­κή τρα­γω­δί­α. Μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη σα­φή­νεια καί ἔν­τα­ση τί­θε­ται — καί παίρ­νει ἀ­πάν­τη­ση — μέ­σα σέ δύ­ο ἀ­π’ τίς πιό ση­μαν­τι­κές, καί ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κές, τρα­γω­δί­ες: τόν Προ­μη­θέ­α Δε­σμώ­τη τοῦ Αἰ­σχύ­λου (πι­θα­νό­τα­τα ἕ­να ἀ­π’ τά τε­λευ­ταί­α ἔρ­γα τοῦ ποι­η­τῆ, γύ­ρω στά 460) καί τήν Ἀν­τι­γό­νη τοῦ Σο­φο­κλέ­ους (σχε­δόν βέ­βαι­α χρο­νο­λο­γη­μέ­νη τό 442 ἤ 443).

Οἱ ἀ­πάν­τη­σεις πού δί­νουν στό θε­με­λια­κό αὐ­τό γιά ὅ­λον τόν ἑλλη­νι­κό πο­λι­τι­σμό ἐ­ρώ­τη­μα οἱ δύ­ο τρα­γω­δί­ες εἶ­ναι, ὅ­πως θά προ­σπα­θή­σω νά δεί­ξω, τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τες. Ἡ δι­α­φο­ρά αὐ­τή δέν μπορεῖ νά ἀ­πο­δο­θεῖ μό­νο στήν ἀ­το­μι­κή στά­ση τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν. Πα­ρά τό μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα πού χω­ρί­ζει τά δύ­ο ἔρ­γα —πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­ναι — ἡ δι­α­φο­ρά ἐκ­φρά­ζει καί εἶ­ναι συ­νυ­πό­στα­τη μέ τόν ἀ­νή­κου­στο ρυθ­μό τῆς πνευ­μα­τι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας στήν δη­μο­κρα­τι­κή Ἀ­θή­να, μέ τόν ὁ­λο­έ­να καί ρι­ζι­κό­τε­ρο πα­ρα­με­ρι­σμό τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν πα­ρα­στά­σε­ων καί μέ τήν ἐ­πέ­κτα­ση καί ἐμ­βά­θυν­ση τῆς ἀνθρώ­πι­νης αὐ­το­γνω­σί­ας. Εἶ­ναι κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­νά­λο­γη μέ τήν δι­α­φο­ρά Ἡ­ρο­δό­του-Θου­κυ­δί­δη καί τήν προ­α­ναγ­γέλ­λει εἴ­κο­σι – τριά­ντα χρό­νια πρίν.

Ὁ χῶ­ρος καί ὁ χρό­νος δέν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν νά ἐμ­πλα­κῶ μέ τό σύ­νο­λο τῶν «ἑρ­μη­νευ­τι­κῶν» (μέ τήν σύγ­χρο­νη ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου) ζη­τη­μά­των, πού κα­τ’ ἀ­νάγ­κη θέ­τουν τά δύ­ο τε­ρά­στια κεί­με­να. Θε­λη­μέ­να θά «ἀ­πο­σπά­σω» τά χω­ρί­α πού κεν­τρι­κά μέ ἐν­δι­α­φέ­ρουν, χω­ρίς νά ἀ­σχο­λη­θῶ — ἔ­ξω ἀ­πό πα­ρεμ­πί­πτου­σες νύ­ξεις — μέ τήν σχέ­ση τους μέ τό σύ­νο­λο τῆς τρα­γω­δί­ας ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α προ­έρ­χον­ται, ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο μέ τό συ­νο­λι­κό ἔρ­γο τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν. Οὔ­τε θά ἀ­να­φερ­θῶ στό εὐ­ρύ­τα­το πλέγ­μα τῶν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων πού ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­π’ τόν Ὅμηρο καί τόν Ἡ­σί­ο­δο ὡς τόν 5ο αἰ­ώ­να καί κα­τό­πιν. Οἱ πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἐ­ρω­τή­σεις εἶ­ναι φυ­σι­κά ἀ­πολύ­τως νό­μι­μες. Θε­ω­ρῶ ὅ­μως ἐ­πί­σης νό­μι­μη τήν ἐ­δῶ σκο­πιά: νά προ­σπα­θή­σου­με νά θε­ω­ρή­σου­με κα­θ’ ἑ­αυ­τά καί σέ ὅ­λη τήν δύ­να­μή τους ὁ­ρι­σμέ­να ρή­μα­τα τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν (μέ γνώ­ση, φυ­σι­κά, ὅ­σων τά πε­ρι­βάλ­λουν, ἀλ­λά χω­ρίς ρη­τή ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α τῆς γνώ­σης αὐ­τῆς) καί, ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τά, νά προ­σπα­θή­σου­με, σ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο και­ρό, νά δι­αυ­γά­σου­με τό συ­νο­λι­κό ἑλ­λη­νι­κό το­πί­ο.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»

Ἡ ἀρχαία ἑλληνική δημοκρατία καί ἡ σημασία της γιά μᾶς σήμερα

kion1Ἡ ἀρχαία ἑλληνική δημοκρατία καί ἡ σημασία της γιά μᾶς σήμερα

 Κ. Καστοριάδης

Καστοριάδης

1. Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα: σπέρμα καί ὄχι πρότυπο

 Ἴσως δέν θά ‘ταν ἄσκοπο νά πῶ παρεμπιπτόντως, ὅτι τό ἐνδιαφέρον μου γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική δημοκρατία, καί, γενικότερα, γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική δημιουργία – ἐνδιαφέρον πάρα πολύ παλιό – ἀναζωπυρώθηκε κατά τήν ἐξέλιξη τῆς σκέψης μου καί, ἰδιαίτερα, μετά ἀπό τήν κριτική στήν ὁποία ὑπέβαλα τήν παραδοσιακή ἐπαναστατική ἰδεολογία, καί πιό συγκεκριμένα τόν μαρξισμό. Ἡ ἀναζωπύρωση αὐτή εἶναι συνέπεια τῆς ἀναγνώρισης ὁρισμένων βασικῶν στοιχείων πού δημιουργήθηκαν γιά πρώτη φορά στήν ἀρχαία Ἑλλάδα. Τά στοιχεῖα αὐτά χάθηκαν στή συνέχεια μέσα στήν ἱστορία μέ τήν παρακμή τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πόλης, μέ τήν ἄνοδο καί τήν κυριαρχία τῆς Ρώμης καί μέ τήν ἐμφάνιση καί ἐγκαθίδρυση τοϋ χριστιανισμοῦ· ξαναδημιουργήθηκαν στήν δυτική Εὐρώπη κατά τό τέλος τοΰ Μεσαίωνα, ὅταν ξαναδημιουργήθηκαν, ὅπως στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, πόλεις, δηλαδή κοινότητες, οἱ ὁποῖες ξαναπροσπάθησαν – μέσα σέ συνθῆκες τελείως διαφορετικές ἀπό τίς ἀρχαῖες ἑλληνικές – να αὐτοκυβερνηθοϋν κατά τό δυνατόν, παλεύοντας ἐναντίον τῆς φεουδαρχίας, ἐναντίον τῆς ἐκκλησίας, ἐναντίον τῆς ἀπόλυτης μοναρχίας, συνάπτοντας ἐναλλάξ συμμαχίες μέ τήν μιά ἤ τήν ἄλλη ἀπ’ αὐτές τίς δυνάμεις, γιά νά μπορέσουν νά ἐπιβιώσουν σάν αὐτοκυβερνούμενες, ὥς ἕνα βαθμό, πολιτικές κοινότητες.

Οἱ πόλεις αὐτές εἶναι δημιουργία τῆς ἀστικῆς τάξης. Χρησιμοποιῶ ἐδῶ τόν ὅρο αὐτό μέ τήν πρωταρχική του ἔννοια, πού χαρακτηρίζει τούς πρώτους ἀστούς, τούς πρώτους βιοτέχνες καί ἐμπόρους, τούς «φυγάδες δουλοπάροικους ἀπό τό φεουδαρχικό κτῆμα», ὅπως τούς ἀποκαλοῦσε ὁ Μάρξ, οἱ ὁποῖοι βρίσκανε ἐλευθερία καί προστασία μέσα στά τείχη μίας πόλης πού σιγά σιγά, ἀποσποῦσε ὁρισμένα προνόμια καί ὁρισμένες ἐλευθερίες ἀπό τίς ὑπάρχουσες τότε ἐξουσίες, πού ἤδη ἀνέφερα: τόν μονάρχη, τούς φεουδάρχες καί τήν ἐκκλησία.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ἡ ἀρχαία ἑλληνική δημοκρατία καί ἡ σημασία της γιά μᾶς σήμερα»