Η έννοια της αρετής στον Αριστοτέλη
Απόσπασμα από το σεμινάριο της 5ης Δεκεμβρίου 1984 στον Γ΄ τόμο
«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ» του Κ. Καστοριάδη
Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇπρός ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ και ᾦ ἄν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν.
Αυτός ο πασίγνωστος και θαυμαστός ορισμός της αρετής από τον Αριστοτέλη στα Ηθικά Νικομάχεια,[1] τον οποίο θα ήθελα να σχολιάσω εν συντομία αμέσως, περιέχει εν σπέρματι και εν δυνάμει όλες τις αντινομίες της ηθικής δράσης του ατόμου, της πολίτικης δράσης τόσο μιας ομάδας όσο και έναντι μιας ομάδας, καθώς και όλα τα σχετικά με την αυτονομία προβλήματα τα οποία μας απασχολούν εδώ.
Κατηγορία: ΑΡΧΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΑ
Τοῦ Γ.Χ. Κανελλακοπούλου
(Περιοδικὸν «Νέα Ἑστία», ἔτος ΚΓ’ – 1949, τόμος 49ος, τεῦχος 536, Ἀθῆναι, 1 Νοεμβρίου 1949, σελ. 1397-1399)* Σημ. τ. «Νέας Ἑστίας». – Ἀπὸ τὰ κείμενα, ποὺ ἐμπόδισε ἡ λογοκρισία τῶν καταχτητῶν νὰ τυπωθοῦν. Βλ. Καὶ τὰ τεύχη 531 κ.ἐ. Φυσικά, ἔχει πολὺ καλὰ τὴ θέση του στὸ Ἀφιέρωμα τοῦτο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἑλληνική Ἰδέα.
Στὸν Καθηγητὴ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΤΣΑΤΣΟ
Ὁ Ἀλέξανδρος φυλάει τὴν Ἰλιάδα, σὲ χρυσῆ θήκη. Ὄχι τὸ δόρυ· πνεῦμα εἶναι ἡ Ἑλλάδα!
«Νύχτες τοῦ Φήμιου (254)»
Κωστῆς ΠαλαμᾶςΟἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πίστευαν ὅτι οἱ πρόγονοί τους εἶχαν γεννηθῆ, ὅπως ὁ Ἐρεχθεύς, ἀπὸ τὴ Γῆ (βλ. Πλάτωνος «Πολιτεία 414 Ε). Καὶ τὴ Γῆ τους ὅπου ἦταν ἐνταφιασμένοι ἐκεῖνοι τὴν ἀγαποῦσαν μὲ ἀκατάλυτο πάθος καὶ ἦταν πάντοτε ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦν γιὰ τὴν ἐλευθερία της. Τὴν ἔβλεπαν σὰν κοινὴ μητέρα, ζοῦσαν βαθειὰ τὴ ζωή της καὶ πίστευαν ὅτι ὁ ἐαυτός τους εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο της. Ἡ ἀρχαία ψυχὴ αἰσθανόταν τὰ φτερά της νὰ λυγίζουν ὅταν ἔχανε τὴ ζωντανὴ ἐπαφή της μὲ τὴν Ἑλληνικὴ φύση, ὅπως ἀκριβῶς ὁ μυθικὸς Ἀνταῖος ἔχανε τὴ δύναμή του ὅταν δὲν ἄγγιζε τὴ μητέρα του τὴ Γῆ. Ἀλλὰ τότε, γιατί ἡ ἀρχαία Τέχνη πρόσεξε τόσο ἐλάχιστα τὸ φυσικὸ τοπεῖο; Μιὰ τέτοια Φύση ὅπως ἡ Ἑλληνική, γεμάτη φῶς, ὀμορφιὰ καὶ ἀθανασία, πῶς δὲν ἔδωσε στὸν Ἕλληνα Καλλιτέχνη, ποὺ ὡς τόσο εἶχε βαθειὰ τὴν αἴσθηση, σύμβολα γιὰ νὰ ζωγραφίση τὰ μεγάλα ὁράματά του; Καὶ γιατί ὁ ἔρωτας ὁ Πλατωνικὸς ποῦ ἐκβαχεύει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ὑψώνει μέχρι τὸ ἀπόλυτο κάλλος, μέχρι τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ, ξεκινάει μονάχα, ἀπὸ τὸ ὡραῖο ἀνθρώπινο σῶμα, χωρὶς νὰ μεθύση τὴν ψυχὴ μὲ τὸ ἀθάνατο κάλλος ποὺ γεμίζει τὴ φύση; Σήμερα εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε βαθύτερα ὅ,τι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὀνόμαζαν φύση. Ἡ σύγχρονη «φυσιολατρεία», ὅπως τὴ διεμόρφωσε κυρίως τὸ Γαλλικὸ μυθιστόρημα, δὲν εἶναι παρὰ ἡ ρωμαντικὴ χαμένη ψυχικὴ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴ φύση. Ἡ ἐπαφή, ὅμως, αὐτὴ στὴν Ἑλλάδα ἦταν ζωντανὴ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀρχαίου πρὸς τὴ Γῆ του δὲν εἶχε τίποτε τὸ ρωμαντικό. Δὲν ἦταν νοσταλγία ἀλλὰ πραγματικότητα. Ἔπειτα, σήμερα πιστεύουν πὼς ἡ φύση εἶναι μιὰ «ἄψυχη ὕλη», ἕνας νεκρὸς κόσμος ποὺ λειτουργεῖ μηχανικά. Ἀντίθετα οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι ἡ φύση εἶναι ἔμψυχη, εἶναι κάτι ποὺ ἔχει τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του μέσα του, μιὰ ἀδιάκοπη πνευματικὴ ἐνέργεια, πρὸς ὡρισμένο τέλος (Βλ. Κ. Γεωργούλη, Ἀριστοτέλους «Πρώτη Φιλοσοφία» σελ. VIII κ.ἑ.). Γιὰ τὴ μεσαιωνικὴ φιλοσοφία, ἡ φύση εἶναι natura naturata, δηλ. ἕνα φθαρτὸ σύνολο ὑλικῶν δημιουργημάτων. Γιὰ τὴν Ἑλληνική, ὅμως, ἀντίληψη τὰ πάντα εἶναι «πλήρη Θεῶν», γιατί τὰ πάντα κοινωνοῦν μὲ τὸ πνεῦμα (Βλέπε Πλάτωνος «Νόμοι» 899 Β). Ἀλλὰ ἂν ἡ σχολαστικὴ θεολογία ἀρνήθηκε ἀπόλυτα τὴν Ἑλληνικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴ φύση, τὸ ἔκανε γιατί ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ δῆ, τὸ πνεῦμα ποὺ «ζωογονεῖ», ἀφοῦ καὶ τὸ Χριστὸ ποὺ εἶναι ἀπόλυτη ἐλευθερία, τὸν ἔκανε «δόγμα». Μόνο στὸν Ἀπόστολο Παῦλο φανερώθηκε μὲ ὁλόκληρο τὸ οὐράνιο καὶ φοβερὸ μεγαλεῖο του, τὸ Πνεῦμα, ὅταν διώκτης του πλησίαζε πρὸς τὴ Δαμασκό. Καὶ ὁ Παῦλος βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὴν ἑλληνικὴ ἀντίληψη. Ὅταν μίλησε πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, στὸν Ἄρειο Πάγο, τοὺς εἶπε ὅτι ἴσως μπορέσουν νὰ ψηλαφήσουν καὶ νὰ βροῦν τὸν «ἄγνωστο Θεό», γιατί δὲν εἶναι καθόλου μακρυά τους. «Ἐν αὐτῷ γάρ, ἐπρόθεσε, καὶ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμὲν ὡς καί τινες τῶν καθ᾿ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι» (Βλέπε Πράξεις ιζ’ 22-29). Καὶ πραγματικὰ ὁ Θεὸς δὲν ἦταν καθόλου μακρυά τους. Ἦταν μέσα τους καὶ γύρω τους. Πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ φύση δὲν εἶναι τόσο ἔνθεη ὅσο εἶναι στὴν Ἑλλάδα.


