ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

kion1ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΣΤΟ «ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ« ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

  Μια πρόταση για την κριτική αποκατάσταση τον κειμένου (14491)24-28): “κάθαρσιν” ή “κατάστασιν”;

 ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

    Καμιά ίσως λέξη σ’ όλο το αριστοτελικό έργο δεν έχει προκαλέσει τόσα ερμηνευτικά σχόλια κατά την διάρκεια των αιώνων, από τον καιρό της Αναγέννησης ως σήμερα, και δεν έχει γίνει κίνητρο για πολυποίκιλες αισθη­τικές θεωρίες, όσο ή λέξη «κάθαρσις» (στην αιτιατική πτώση, ήτοι κάθαρσιν), πού κλείνει τον γνωστό αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας.

    Στο παρόν κείμενο, παρακινούμενος από την υποψία πού εξέφρασε δ δια­πρεπής φιλόλογος και φιλόσοφος Κ. Δ. Γεωργούλης, στο άρθρο του για τον Αριστοτέλη στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό «Ήλιος», ότι «δεν είναι απίθανον ή λέξις κάθαρσις να εισήχθη υπό των Νεοπλατωνικών εις τον ορισμόν και να αντικατέστησεν άλλην τινά λέξιν κειμένην εν τω αρχικω κειμένω», θέλω να προτείνω και να δικαιολογήσω την αντικατάσταση του “κάθαρσιν” με το «κα­τάστασιν» στη σημασία του «γαλήνευση» ή «ηρέμιση», πού έχει ο όρος αυτός στην αρχαία ελληνική γλώσσα και ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη.

    Την υπόθεση μου για την ανάγκη κριτικής διόρθωσης του κειμένου την στηρίζω στην έλλειψη, κατά τη γνώμη μου, κάθε εσωτερικής αιτιολογίας στο Περί ποιητικῆς για την παρουσία του όρου «κάθαρσις» στον ορισμό της τρα­γωδίας.

    Ό ορισμός, σύμφωνα με τη χειρόγραφη παράδοση, πού ανέρχεται στον καιρό της Αναγέννησης, έχει ως εξής:

  Συνέχεια ανάγνωσης «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ»

Ο Π. ΛΕΚΑΤΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΝΔΑΡΟ

kion1ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ Π. ΛΕΚΑΤΣΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΝΔΑΡΟ

 

 

Ὁ Μυστικός Χαραχτήρας τῆς Ἀποστολῆς τοῦ Πινδάρου

 

Κα­νέ­νας Ἕλ­λη­νας ποι­η­τής δέν ἔ­χει μι­λή­σει γιά τήν τέ­χνη του μέ τό­ση ἐ­πι­μο­νή καί μέ τό­ση ἀ­γά­πη ὁσο ὁ Πίν­δα­ρος. Κα­νέ­νας δέν ἔ­χει πο­τέ βε­βαι­ώ­σει τό­σο θαρ­ρε­τά τή σπου­δαι­ό­τη­τα καί τό λάμ­πος τῆς ἀ­πο­στο­λῆς του σάν κοι­νω­νι­κῆς καί ἱ­ε­ρῆς ἀν­τά­μα. Οἱ ὅ­ροι πού ὁ Πίν­δα­ρος με­τα­χει­ρί­ζε­ται για νά χα­ρα­χτη­ρί­σει τόν ἑ­αυ­τό του πα­ρα­σα­στί­ζουν. Ἡ λέ­ξη ποι­η­τής λεί­πει ἀ­πό τό ἔρ­γο του· εἶ­ναι φο­ρές πού ξα­να­παίρ­νει τόν ὅ­ρο τῶν ἐ­πι­κῶν ποι­η­τῶν ἀοι­δό­ς· μά προ­τι­μᾶ νά λέ­ει τόν ἑαυ­τό του θε­ρά­πον­τα ἤ κήρυκα τῶν θε­ῶν καί, πιό συ­χνά, μάν­τιν ἤ προ­φή­την (=Ἀπ. 52f, 6. 104c καί 150 Schroeder : μαν­τεύε­ο, Μ­οῖσ­α, προ­φα­τεύ­σω δ’­ἐ­γώ). Ἀπό τήν ἄλ­λη δέν ἀν­τι­λο­γι­έ­ται κα­θό­λου πῶς ὁ ΙΙίνδαρος — κι ὄχι μο­νά­χα στά πε­ρι­λά­λη­τα ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῶν «­θρή­νω­ν» καί στό 2ο Ὀ­λυμ­πι­ο­νί­κη — κρα­τεῖ μ’ ὅλη τήν ἀ­κρί­βεια τό λει­τούρ­γη­μα τοῦ κή­ρυκα τῶν θε­ῶν, τοῦ ἐ­πι­φορ­τι­σμέ­νου νά δι­α­λα­λή­σει, ἀ­πό μέ­ρους τους, τίς ἀ­λή­θει­ες πού θέ­λουν νά δι­δά­ξουν στά πλή­θη. Ἐ­πι­φορ­τι­σμέ­νος νά με­τα­βι­βά­σει μί­α γνώ­ση — σο­φί­α (ὅρος πού στόν Πίν­δα­ρο ση­μαί­νει πο­λύ συ­χνά τήν ποί­η­ση) — δ­έν εἶ­ναι δι­ό­λου πα­ρά­ξε­νο πού ὁ ποι­η­τής λέ­γε­ται συ­χνά σο­φός ἀ­νήρ ἤ ἁ­πλᾶ σο­φός ἤ κά­πο­τε καί σο­φισ­τής ἀ­κό­μη. Τό Ἀ­πό­σπα­σμα 133, γιά τή με­τεμ­ψύ­χω­ση, ἑ­νώ­νει κά­του ἀ­πό τόν κοι­νό ὅρο σο­φί­ᾳ μέ­γι­στοι, ἄν­δρες, τούς βα­σι­λιά­δες, τούς ἀ­νί­κη­τους μα­χη­τές, καί τούς ποι­η­τές. Οἱ ποι­η­τές, μέ τή χά­ρη τῶν θε­ῶν, δα­σκα­λεύ­ουν­ται πά­νου στά ἱ­ε­ρά θέ­μα­τα, ὅπως ἡ ἀρ­χή τῶν ἀ­θα­νά­των, ­πού οἱ θε­οί μπο­ροῦν νά τά δι­δά­ξουν στούς ποι­η­τές — σο­φούς —, μά πού οἱ θνη­τοί δέν ἔ­χουν τρό­πο νά τά βροῦ­νε (—Ἀπ. 52f, 22/23)· Πραγ­μα­τι­κά, ὁ Πίνδαρος λο­γιά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του γιά ἱε­ρό ἐ­ξη­γη­τή. Εἴ­δα­με τούς ὅρους πού με­τα­χει­ρί­ζε­ται γιά λό­γου του· κι ἄς φτά­σει νά πα­ραλ­λη­λί­σου­με μ’ αὐ­τούς ἐ­κεί­νους πού με­τα­χει­ρί­ζε­ται γιά ἕ­να πρω­το­μάν­τη, τόν Τει­ρε­σί­α: Διός ὑψίσ­του προ­φά­ταν ἔ­ξο­χον, ὀ­ρθ­ό­μαν­τιν Τει­ρε­σί­αν (Νε­με­ον. Ι, 60).

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο Π. ΛΕΚΑΤΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΝΔΑΡΟ»