Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Περιληπτικό – συμπερασματικό κεφάλαιο

 

kion1στο έργο του BENJAMIN FARRINGTON

«Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»

 Farrington

…Σ’ αὐ­τό τό κε­φά­λαι­ο θά προ­σπα­θή­σου­με, ὅσο μπο­ροῦ­με πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, νά φω­τί­σου­με τό πρό­βλη­μα ποι­ά εἶ­ναι τά δι­δάγ­μα­τα πού θε­ω­ροῦ­με πώς προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­χαί­α ἐ­πι­στή­μη στή σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χή.

Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα ὑ­πο­στη­ρί­ζου­με πώς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα πού λέ­γε­ται ἐ­πι­στή­μη δέν ἐμ­φα­νί­στη­κε σάν τρό­πος σκέ­ψης γιά τά πράγ­μα­τα, τέ­τοι­ος πού νά μπο­ρεῖ νά δί­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κή ἀ­πάν­τη­ση μέ τό λό­γο γιά ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πρό­βλη­μα πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται, μά σάν τρό­πος σκέ­ψης γιά τά πράγ­μα­τα πού μᾶς δί­νει τή δυ­να­τό­τη­τα νά τά χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με γιά ἐ­πι­θυ­μη­τούς σκο­πούς. Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη δι­α­φέ­ρει ἀ­πό τούς ἄλ­λους τρό­πους σκέ­ψης στό ὅ­τι ἡ ἀ­ξι­ο­πι­στί­α της ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται στήν πρά­ξη. Αὐ­τή μας τήν ἄ­πο­ψη, γι’ αὐ­τό τό ζή­τη­μα, μπο­ροῦ­με νά τήν ἐκ­φρά­σου­με μέ τά λό­για ἑ­νός Γάλ­λου συγ­γρα­φέ­α πού τό ἔρ­γο του φαί­νε­ται πώς δέν ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτό στήν πα­τρί­δα του :

«Ταυ­τό­χρο­να μέ τή θρη­σκευ­τι­κή σκέ­ψη», γρά­φει δ Felix Sartiaux «ὁ­μως πο­λύ πιό ἀρ­γά, ἐ­πει­δή ἀ­παι­τοῦν­ται πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρες προ­σπά­θει­ες, ἡ ἐ­πι­στη­μοι­κή σκέ­ψη ξε­κό­βει ἀ­πό τή νο­ο­τρο­πί­α τῆς μα­γεί­ας καί τοῦ μυ­στι­κι­σμοῦ πού χα­ρα­κτή­ρι­ζε τόν πρω­τό­γο­νο ἄν­θρω­πο. ¨Ο ἄν­θρω­πος μέ τή χει­ρω­να­κτι­κή ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α, μέ τήν κα­τα­σκευ­ή ἀν­τι­κει­μέ­νων γιά προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο σκο­πό, χά­ρη στήν κλί­ση του ν’ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τά πράγ­μα­τα μέ πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα, ἀρ­χί­ζει νά ξε­χω­ρί­ζει, νά τα­ξι­νο­μεῖ καί νά προ­σέ­χει τί σχέ­σεις πού εἶ­ναι ἀ­νε­ξάρ­τη­τες ἀ­πό τή φαν­τα­σί­α του. Ἀρ­χί­ζει νά κα­τα­λα­βαί­νει πώς τά πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα δέν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στίς ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­ες, πώς τά πράγ­μα­τα δέ συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται ὁ­πως τά πνεύ­μα­τα. Ἄν δι­α­τη­ροῦ­σε τούς μύ­θους τῆς μα­γεί­ας καί τούς θρη­σκευ­τι­κούς μύ­θους, πο­τέ δέ θά μπο­ροῦ­σε νά κά­νει κά­τι. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀ­πό τήν πιό πα­λιά ἐ­πο­χή, σκό­τω­νε πραγ­μα­τι­κά τά ζῶ­α κι ἐ­πί­σης τά ἐ­ξη­μέ­ρω­νε, καλ­λι­ερ­γοῦ­σε φυ­τά, ἔ­βγα­ζε μέ­ταλ­λα ἀ­πό τά ὀ­ρυ­κτά, καί κα­τα­σκεύ­α­ζε Ἀν­τι­κεί­με­να γιά σκο­πούς πού ὁ ἴ­διος εἶ­χε κα­θο­ρί­σει. Αὐ­τές οἱ δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ὁ­ποι­ες κι ἄν ἦ­ταν οἱ πα­ρα­στά­σεις πού τίς συ­νό­δευ­αν, ἦ­ταν πε­τυ­χη­μέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες. Ὁ ἄν­θρω­πος, συ­νει­δη­τά ἤ ὄ­χι, κα­τα­νό­η­σε τίς σω­στές σχέ­σεις καί τίς ὑ­πό­τα­ξε. Ἡ ὕ­παρ­ξη τῆς τε­χνι­κῆς – πού ἔ­χει τίς ρί­ζες της στήν πα­λαι­ο­λι­θι­κή ἐ­πο­χή – δεί­χνει πώς καί στήν πιό πρω­τό­γο­νη σκέ­ψη ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἴ­χνη ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος» (Morale Kantienne et morale humaine, Paris 1917, σ 254).

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

kion1Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Bruno Snell

«ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ»

Ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δι­αί­τε­ρος τρό­πος ἀν­τί­λη­ψης το­ῦ κό­σμου· ἄλ­λοι τρό­ποι εἶ­ναι, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἡ θρη­σκεί­α ἤ ἡ τέ­χνη. Ὡς ἐκ τού­του, ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου. Ἀ­πο­κλεί­ει συ­νει­δη­τά τίς ἄλ­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες κι αὐ­τό κα­θι­στᾶ τή μο­νο­μέ­ρειά της ἀ­κό­μα πιό τρο­μα­κτι­κή. Κα­τά συ­νέ­πεια καί ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής γλώσ­σα πού ἀ­γνο­εῖ ἤ ἐ­κτο­πί­ζει συγ­κε­κρι­μέ­νες γλωσ­σι­κές δο­μές ἐ­νῶ ἄλ­λες τίς εὐ­νο­εῖ.

Ἡ εὐ­ρω­πα­ϊ­κή ἐ­πι­στή­μη ἀ­νά­γε­ται στούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες. Καί στήν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα μπο­ροῦ­με νά δοῦ­με τί συμ­βαί­νει στή γλώσ­σα, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νά δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὁ «ἐ­πι­στη­μο­νι­κός» λό­γος. Ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος εἶ­ναι αὐ­τό­χθων μό­νο στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα – ὅ­που ἀλ­λοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, δα­νεί­ζε­ται ὅ­ρους ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, τούς με­τα­φρά­ζει καί δι­ευ­ρύ­νει τή ση­μα­σί­α τους.

Ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα, ἐν­νο­οῦ­με κα­τ’ ἀρ­χάς τήν ὁ­ρο­λο­γί­α. Οἱ νέ­ες εἰ­δι­κό­τη­τες πού συ­νε­χῶς ἐμ­φα­νί­ζον­ται χρη­σι­μο­ποι­οῦν νέ­ες λέ­ξεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τά με­γά­λο μέ­ρος σχη­μα­τί­ζον­ται ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά – ἤ ἀ­πό τά λα­τι­νι­κά, πού καί αὐ­τά ὀ­φεί­λουν πολ­λά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά. Αὐ­τές οἱ λέ­ξεις δη­μι­ουρ­γοῦν­ται συ­νει­δη­τά, μί­α – μί­α, ἀ­πό με­μο­νω­μέ­νους ἐ­ρευ­νη­τές καί τό πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ πλη­θώ­ρα αὐ­τή τῶν ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ὅ­ρων δέν ἀ­νή­κει σέ κα­μί­α ζων­τα­νή γλώσ­σα. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, εἰσ­δύ­ουν σέ κά­θε γλώσ­σα, ἐ­φό­σον στή γλώσ­σα αὐ­τή σκε­φτό­μα­στε καί μι­λᾶ­με (ἤ γρά­φου­με) μέ τούς ὅ­ρους τῆς ἐ­πι­στή­μης. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές συγ­κρό­τη­σαν ἕ­να δι­ε­θνές γλωσ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα, τό ὁ­ποῖ­ο αὐ­τό κα­θαυ­τό κα­νείς δέν τό κα­τα­λα­βαί­νει, οὔ­τε οἵ εἰ­δι­κοί – ἐ­πει­δή ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον δέν ξέ­ρουν ἀρ­χαῖ­α ἕλ­λη­νι­κα – οὔ­τε οἱ φι­λό­λο­γοι – ἐ­φό­σον δέν γνω­ρί­ζουν τό ἀν­τι­κεί­με­νο στό ὁ­ποῖ­ο οἱ ὅροι αὐ­τοί ἀ­να­φέ­ρον­ται. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στό ἰ­δί­ω­μα αὐ­τό μπο­ρεῖ νά συ­νεν­νο­η­θεῖ κα­νείς ἐ­ξαι­ρε­τι­κά κα­λά ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­θνι­κό­τη­τας.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»