ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ

kion1ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ

(Δημοσιεύθηκε στο 257ο τεύχος του περιοδικού «ΔΑΥΛΟΣ»)

        Ο Λεύκιππος γεννήθηκε στην Μίλητο γύρω στο 485 π.Χ.. Ανήσυχο πνεύμα και κάτοχος των φιλοσοφικών κι επιστημονικών θεωριών της πατρίδος του μετέβη στην Ελέα, οπού παρακολούθησέ τις διδασκαλίες του Ζήνωνος και του Μελίσσου, που, καθώς φαίνεται, τον κατεγοήτευσαν. Στην σχολή που ίδρυσε αργότερα στα Άβδηρα, βλάστησε ένα νέο θαυμάσιο «δένδρο», που φέρει τα χαρακτηριστικά και της Ιωνίας και της Μεγάλης Ελλάδος: Πρόκειται για την Ατομική θεωρία, της οποίας υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος (σύμφωνα με τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο) πατήρ και γεννήτωρ. Το γεγονός ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παραγκωνίσθηκε ή και αγνοηθηκε δεν οφείλεται στον μαθητή και εταίρο του Δημόκριτο άλλα στον Επίκουρο, ο οποίος είτε από υστεροβουλία (στον Κήπο εδιδάσκετο αποκλειστικά η ατομική θεωρία) είτε χάριν αστειότητος έλεγε την φράση: «Λεύκιππον οὒδ’ εἰ γέγονεν οἶδα», που τελικ «πέρασε».

Συνέχεια ανάγνωσης «ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ»

ΦΕΡΕΚΥΔΗΣ Ο ΣΥΡΙΟΣ

kion1ΦΕΡΕΚΥΔΗΣ Ο ΣΥΡΙΟΣ

 

Άννα Κελεσίδου

 

Μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά δι­ώ­χτη­κε ἀ­πό τόν πα­ρά­δει­σο σύμ­φω­να μέ τόν θρη­σκευ­τι­κό μῦ­θο για­τί τόλ­μη­σε νά καρ­πω­θεῖ τή γνώ­ση. Ἀ­π’ τήν ἄλ­λη ὁ ἴ­διος κέρ­δι­σε ἕ­να πνευ­μα­τι­κό πα­ρά­δει­σο τή στιγ­μή πού ἔ­χα­σε τή ζω­ή τῆς ἄ­γνοι­ας. Ἄν ὁ­μως οἱ με­γά­λες νί­κες εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ­νες ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι κερ­δί­ζουν ἡ κα­τα­κτοῦν κά­τι μέ ὅ­σο τό δυ­να­τό λι­γώ­τε­ρες ἀ­πώ­λει­ες, εὐ­δαι­μο­νι­σμε­νη στά­θη­κε ἡ ἐ­φη­βι­κή πε­ρί­ο­δος τῆς γνώ­σης, ὅ­που ὁ πνευ­μα­τι­κός ἄν­θρω­πος βρέ­θη­κε ἀ­νά­με­σα στόν μῦ­θο καί στόν λό­γο, στή λο­γι­κή αἰ­τι­ο­λό­γη­ση τοῦ κό­σμου καί τῆς ζω­ῆς καί στή μυ­θι­κή πε­ρι­γρα­φι­κή τους ἐ­ξή­γη­ση.

Ἡ ἀρ­χα­ϊ­κή ἑλ­λη­νι­κή σκέ­ψη – ἀρ­χα­ϊ­κή ὡς πρώ­τη ἑρ­μη­νευ­τι­κή, μέ τή ση­μα­σί­α δη­λα­δή αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι κον­τά σ’ ὁ­λες τίς πη­γές – ἔ­χει αὐ­τόν ἀ­κρι­βῶς τόν ἀ­δα­πά­νη­το πλοῦ­το: εἶ­ναι συ­χνά γι­γαν­το­μα­χί­α τοῦ λό­γου πού συμ­μα­χεῖ μέ τή φαν­τα­σί­α εἴ­τε γιά νά δώ­σει κά­ποι­ες ἐκ­φάν­σεις της εἴ­τε γιά νά ἀ­πο­κτή­σει ὁ λό­γος με­γα­λύ­τε­ρο εὖ­ρος. Αὐ­τό γί­νε­ται π.χ. μέ τήν ἀλ­λη­γο­ρί­α: ἐ­νῶ ὁ μῦ­θος εἶ­ναι ταυ­το­λο­γι­κός, λέ­ει αὐ­τό πού ὁ ἴ­διος εἶ­ναι, ¨η ἀλ­λη­γο­ρί­α λέ­ει καί κρύ­βει, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τόν μῦ­θο γιά νά πεῖ καί νά κρύ­ψει κά­τι ἄλ­λο. Ὁ Φε­ρε­κύ­δης ὁ Σύ­ριος, σύγ­χρο­νος τοῦ Μι­λή­σιου Ἀ­να­ξί­μαν­δρου, πού πρῶ­τος ἔ­γρα­ψε τή φι­λο­σο­φι­κή θε­ω­ρί­α του, γρά­φει πρω­το­πο­ρια­κά γιά τήν ἐ­πο­χή του σέ πε­ζό λό­γο, ἐκ­θέ­τον­τας μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο, ὅ­πως ὁ Ἑ­κα­ταῖ­ος καί ὁ Ἀ­κου­σί­λα­ος, τήν ποι­η­τι­κή του σο­φί­α σχε­τι­κά μέ τή θε­ο­γο­νί­α καί τίς γε­νε­α­λο­γί­ες. Ὁ Φε­ρε­κύ­δης δέν κα­τα­σκευά­ζει νέ­ους θε­ούς, ἐ­πα­νερ­μη­νεύ­ει τούς πα­λαι­ούς, δέν ἀ­παρ­νι­έ­ται τήν ποι­η­τι­κή δύ­να­μη τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τίς μυ­θο­λο­γι­κές δο­ξα­σί­ες, ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἑρ­μη­νεύ­σει τόν μῦ­θο μέ φυ­σι­ο­κρα­τι­κές θέ­σεις. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης λέ­ει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γι’ αὐ­τόν: «(…) μή μυ­θι­κῶς ἅ­παν­τα λέ­γειν», σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τό «μυ­θι­κῶς σο­φί­ζε­σθαι», πού ἀ­πέ­δι­δε στόν τρό­πο σκέ­ψης τοῦ Ἡ­σί­ο­δου. Καί ὁ Δι­ο­γέ­νης Λα­έρ­τιος (I 126) μαρ­τυ­ρεῖ ὅ­τι ὁ Φε­ρε­κΰ­δης ἔ­γρα­ψε πρῶ­τος πε­ρί φύ­σε­ως καί θε­ῶν. ὅ­τι ἡ θε­ο­γο­νί­α του πε­ρι­εῖ­χε καί τό φυ­σι­ο­λο­γεῖν.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΦΕΡΕΚΥΔΗΣ Ο ΣΥΡΙΟΣ»