ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

kion1Προτάσεις από την αρχιτεκτονική πολιτική του Αριστοτέλους

ή

η επιταγή της δια βίου φρονήσεως*

 

Άννα Κελεσίδου,

Πρ. Διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών,

αντ. μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Μόσχας

 

Η εισήγηση μου δεν έχει σχέση με την ιστορία της Φιλοσοφίας, ανατροφοδοτείται κυρίως από την αποστροφή του Κίρκεγκωρ: «τί να την κάνω την αλήθεια, αν δεν είναι αλήθεια για μένα», με τροποποιημένη την κατα­κλείδα, από την προσωπική στη συλλογική εκφορά της. Τί να τις κάνουμε τις αλήθειες, αν δεν είναι, για να το πω στην αριστοτελική γλώσσα, «σύμμετρος χορηγία» (Πολιτ. Η 4, 1325b. 38) παραινέσεων φρόνησης για την έξοδό μας από το «σκοτάδι της νυχτερινής ημέρας» του σπηλαίου της ε­ξουσιαστικής πολιτικής των οικονομικά ισχυρών και των κερδοσκόπων που καταστρατηγούν κάθε έννοια δικαιώμα­τος (ο όρος και εδώ στην αριστοτελική εκδοχή του)· ως ε­πανόρθωσης δικαίου από τα πολιτικά λάθη και τις παρα­λείψεις όλων των Μηλίων στους οποίους μας ενέταξαν κά­ποιοι οικονομικά ισχυροί· αν δεν είναι προγραφές με πραγ­ματολογικό και δεοντολογικό χαρακτήρα μιας πολιτειακής φρόνησης για επανόρθωση (πρβλ. Αριστοτέλης, Πολιτ. Δ, 1289a. 3-4), όπως έγινε με τον Αριστοτέλη, του οποίου η πολιτική σκέψη στο σημείο αυτό δεν εστιάζεται στον αφη­ρημένο όρο αλήθεια, αλλά προσδιορίζεται ως υπεράσπιση του συγκεκριμένου: «ουδ’ εστίν η φρόνησις των καθόλου μόνον, αλλά δει και τα καθ’ έκαστα γνωρίζειν πρακτική γαρ, η δε πράξις περί τα καθ’ έκαστα… η δε φρόνησις πρα­κτική» (Ηθ. Νικ. Ζ 8 1141b. 14 επ.). Ο Σταγειρίτης αναζή­τησε τα ιδανικά στοιχεία μέσα από την ίδια την κρισιμότη­τα της ιστορικής πραγματικότητας, του «φανερού…εκ του συμβαίνοντος» (Πολ. Ε 1, 1302a. 4). Για τούτο διατύπωσε, και στα Ηθικά Νικομάχεια (1179b. 2-3) και στα Πολιτικά (Β, 1260b. 32-33) μια δυνατολογική (1288b. 24-39) και δε­οντολογική στάση υποστηρίζοντας ότι το «επισκέψασθαι πολιτείας» γίνεται «ίνα το τ’ ορθώς έχον φανεί και το χρήσιμον». Το αίτημα της οργάνωσης του πολιτικού βίου επι­κεντρώνεται στην πρόληψη των σφαλμάτων, στη σημασία της γνώσης της λεπτομέρειας. Η ολιγωρία, το «παροράν το μικρόν», ως μικρή χαλάρωση των θεσμών – σήμερα θα έλεγα ως αβλεψία εκ μέρους των ιθυνόντων τα πολιτικά πράγμα­τα, αλλά και των ίδιων των πολιτευόμενων – είναι αίτιο με­ταβολής της «πολιτείας» και «άνευ στάσεως» (Πολ. 1303a. 22-24). Οι αποφάνσεις-κλειδιά της αριστοτελικής πολιτειολογίας και προβληματικής της πολιτειακής σωτηρίας είναι τρεις: «Εν αρχήι γαρ γίνεται το αμάρτημα, η δ’ αρχή λέγε­ται ήμισυ είναι παντός, ώστε και το εν αυτήι μικρόν αμάρ­τημα αναλογον εστί προς τα εν τοις άλλοις μέρεσι»(1303Κ 28-32). «Είρηται … καθόλου κατά πασών των πολιτειών, ότι αίτιον των μεταβολών και το μικρόν εστί (Ε, 1307b. 2­3), «Όπως μηδέν παρανομώσι και μάλιστα το μικρόν φυ-λάττειν» (1307b. 31-32).H έγκαιρη πρόγνωση του κακού δεν ανατίθεται από τον Αριστοτέλη στον τυχαίο ηγέτη, αλ­λά στον άξιο πολιτικό άνδρα. Αυτό επιτάσσει τη σύζευξη ηθικής και πολιτικής, νοούμενης ως «αρχιτεκτονικής τέ­χνης» και «επιστήμης» η οποία «ου του παρόντος συμφέ­ροντος … εφίεται, αλλ’ εις άπαντα τον βίον» (Ηθ. Νικ. Θ 11, 1160a. 21).

Συνέχεια ανάγνωσης «ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ»

ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

kion1Νίτσε και Αριστοτέλης*

Από την Ποιητική στη Γένεση της Τραγωδίας

Ορισμένες εισαγωγικές σκέψεις

 

Ιορδάνης Κουμασίδης

   Υπ. Διδάκτωρ. ΦιλοσοφίαςΑ.Π.Θ.

 

 

« O Φρίντριχ Νίτσε ανέκαθεν ήθελε να συγγράψει ένα κλασικό έργο, ένα βιβλίο ιστορίας, σύστημα ή ποίημα, αντάξιο των αρχαίων Ελλήνων τους οποίους είχε διαλέξει ως δασκάλους του. Δε μπόρεσε ποτέ να δώσει μορφή σ αυτή του τη φιλοδοξία».

 

(Λόγια του Ντανιέλ Αλεβί δια στόματος Μπατάιγ)[1]

 

 

Δε χρειάζονται ιδιαίτερα επιχειρήματα ώστε να αναδεχθεί η σημαντικότητα του νιτσεϊκού στοχασμού: αρκεί να διατρέξει κανείς το σύνολο της ιστορίας της φιλοσοφίας, ώστε να διαπιστώσει την ερμηνευτική-αναπλαστική ματιά του Νίτσε, εκκινώντας έναντι της αρχαίας ελληνικής σκέψης, δηλαδή έναντι της γενεσιουργού μήτρας του φιλοσοφείν, μέχρι τις μέρες μας και την τελευταία προσπάθεια καθιέρωσης ενός φιλοσοφικού ρεύματος, αναφερόμαστε στον μεταμοντερνισμό, ρεύμα με αγεφύρωτες εσωτερικές αντιφάσεις -και μάλιστα προγραμματικές ως μια εξαίσια περίπτωση αυτό-υπονόμευσης- οι ρίζες του οποίου συχνά αναζητούνται στο Νίτσε. Επιπλέον, το ιδιαίτερο/λογοτεχνίζον ύφος και η σκοτεινότητα του τον αναδει­κνύουν και σε πρωτοπόρο, αριθμητικώς, συνεκδοχικών ερμηνειών αλλά και στρεβλώσεων.

Η βασική ταυτότητα και συνάμα αντίφαση που εμφανίζεται ως κεντρικής σημασίας: Αριστοτέλης και Νίτσε αναγνωρίζονται αμφότεροι ως λεπτολογούντες ερευνητές της ηθικής. Παρότι οι τρόποι τους διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, υπάρχει και μια άλλη, υποβόσκουσα συσχέτιση αυτού του ερευνητικού τους ενδιαφέροντος: ακριβώς το γεγονός πως, σε σημαντικό βαθμό, οι λόγοι περί ηθικής αναζητούνται μεταξύ άλλων και εντός του φαινομένου της τέχνης.

Στην πραγματικότητα η παραπάνω αντιπαραβολή, έτσι όπως εκδιπλώνεται κατά βάση στα δυο κομβικά έργα Περί Ποιητικής και Η γέννηση της τραγωδίας, εκβάλλει στο ερώτημα του κατά πως αρθρώνεται ένας κριτικός, διαχρονικός λόγος φιλοσοφικής υφής.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ»