Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΔΙΟΤΙΜΑΣ ΣΤΟ «ΣΥΜΠΟΣΙΟ»
Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Abel Jeanniere
«ΠΛΑΤΩΝ»
Η αλληγορία του σπηλαίου μας οδήγησε ως την αντίληψη του Αγαθού, ενώ ο λόγος της Διοτίμας μας κατευθύνει προς το Ωραίο. Kαι οδηγός μας στην πορεία αυτή είναι ο Έρωτας.
Ο Έρωτας είναι φιλόσοφος και οδηγεί ως την άφθαρτη ομορφιά. Ο Έρωτας δεν είναι θεός– είναι ένας «δαίμονας», ένα από αυτά τα πνεύματα τα επιφορτισμένα να δένουν το θνητό με το αθάνατο– είναι ον ενδιάμεσο ανάμεσα στους θνητούς και στους αθάνατους. Η μητέρα του λέγεται Πενία, ο πατέρας του Πόρος, που έχει μητέρα του τη Μήτιδα[1].
Με το να είναι, λοιπόν, γιος του Πόρου και της Πενίας ο Έρωτας βρίσκεται στην παρακάτω κατάσταση: πρώτα πρώτα είναι πάντα φτωχός και κάθε άλλο παρά λεπτός και όμορφος, όπως τον πιστεύουν οι πολλοί– αντίθετα, είναι άξεστος, σκληρός, περπατά ξυπόλυτος, είναι άστεγος, πλαγιάζει πάντα καταγής, κοιμάται στο ξενοδοχείο των αστέρων κοντά στις πόρτες και πάνω στους δρόμους, γιατί σέρνει από τη μάνα του και η ανάγκη τον συνοδεύει παντού.
Από τ’ άλλο μέρος, όπως ο πατέρας του, παραμονεύει ό, τι είναι όμορφο και ό, τι είναι καλό· είναι αρρενωπός, αποφασιστικός, φλογερός, κυνηγάρης πρώτης γραμμής, που δεν παύει να μηχανεύεται κατεργαριές· λαχταρά τη γνώση και ξέρει να βρίσκει τα περάσματα, που οδηγούν σ’ αυτήν– χρησιμοποιεί όλο τον καιρό της ζωής του στο να φιλοσοφεί– είναι θαυμάσιος μάγος και γητευτής και σοφιστής. Ας προστέσομε πως δεν είναι από τη φύση του ούτε αθάνατος ούτε θνητός. Μέσα στην ίδια μέρα άλλοτε ανθεί και ζει και άλλοτε πεθαίνει– ύστερα ξαναζεί, όταν περνούν μέσα του οι πόροι, τα εφόδια, που χρωστά στη φύση του πατέρα του, αλλά αυτό που περνά μέσα του αδιάκοπα του ξεφεύγει– έτσι, ο Έρωτας δε βρίσκεται ποτέ ούτε στην ανέχεια ούτε στην αφθονία[2].

