Η φιλοξενία με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου
Πρώιμος Κωνσταντίνος,
Στα όρια της αισθητικής [Εκδότης: ΚΡΙΤΙΚΗ, 2003, (σελ. 92-94, 97)]
[…] Σε αυτή την προχριστιανική εποχή, η φιλοξενία αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά σε ανθρώπους, δεν νοείται ως φιλανθρωπία και δε ρυθμίζεται από τον πλούτο την ισχύ, τη θεία εύνοια και την κοινωνική διάκριση […] Είναι ένα ιερό έθιμο με ισχύ νόμου το οποίο όχι μόνο αφορούσε όλους αλλά οποιαδήποτε παράλειψη ή παραβίασή του συνεπαγόταν την ύβρι.
Με αυτή την έννοια η φιλοξενία στην αρχαία Ελλάδα ήταν μια υποχρέωση και ένα δικαίωμα χωρίς όρους. Ήταν μια ιερή υποχρέωση κάθε αρχαίου Έλληνα οικοδεσπότη να φιλοξενήσει όποιον ξένο άγγιζε την εστία του σπιτιού του και ζητούσε φιλοξενία. Αυτό το δικαίωμα των ξένων αφορούσε ακόμα και τους δούλους. Υπάρχουν επίσης ιστορίες που διηγούνται πως μερικοί ταξιδιώτες χρησιμοποιούσαν τεχνάσματα για να μπουν σε μια πλούσια κατοικία και να αγγίξουν την εστία έτσι ώστε να γίνουν σίγουρα δεκτοί από τους οικοδεσπότες.
Υπάρχουν επίσης διάφοροι αρχαιοελληνικοί μύθοι οι οποίοι δείχνουν τη σημασία της φιλοξενίας άνευ όρων. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς Οιδίπους φιλοξενήθηκε από φτωχούς βοσκούς που τον βρήκαν ως μωρό που είχε εγκαταλειφθεί στο βουνό. Παρέμεινε μαζί τους μέχρι που δόθηκε στον βασιλιά της Κορίνθου, τον Πόλυβο, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του, την Περίβοια, τον ανέθρεψαν ως γιο τους. Στην ιστορία του Οιδίποδα, ο σύγχρονος αναγνώστης ή ο αρχαίος ακροατής βλέπει πως ο νόμος της φιλοξενίας υπερβαίνει ακραίες κοινωνικές και ταξικές διαφορές: ενώ ο Οιδίποδας ήταν ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας φιλοξενήθηκε από φτωχούς βοσκούς και κατόπιν ως παιδί φτωχών βοσκών φιλοξενήθηκε και υιοθετήθηκε από τον βασιλιά της Κορίνθου.[1]
Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ»


Όταν τα πνεύματα κατεβαίνουν στον Τάρταρο, που η κύρια είσοδός του βρίσκεται σ’ ένα σύδεντρο από μαύρες λεύκες δίπλα στο ρέμα του Ωκεανού, οι ευσεβείς συγγενείς εφοδιάζουν το καθένα απ’ αυτά μ’ ένα νόμισμα τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του πτώματός του. Έτσι τα πνεύματα είναι σε θέση να πληρώσουν τον Χάρωνα, αυτόν τον δυστυχή, που τα μεταφέρει με μια μισοσαπισμένη βάρκα και διασχίζουν τη Στύγα. Το μισητό αυτό ποτάμι ορίζει τον Τάρταρο από τη δυτική πλευρά