Η Αθηναϊκή Δημοκρατία
(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Charles Freeman
«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ»)
Πριν την πανωλεθρία που υπέστη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η Αθήνα υπήρξε η πλέον ευημερούσα πόλη στο Αιγαίο. Ένας λόγος της οικονομικής ευρωστίας της ήταν τα λάφυρα και οι φόροι υποτελείας που συλλέγονταν από την αυτοκρατορία (βλέπε: Δέκατο Κεφάλαιο), πόροι οι οποίοι αποδείχτηκαν ουσιωδώς επαρκείς πόροι όχι μόνο για τη συντήρηση ενός μεγάλου στόλου, αλλά και για τη μεταμόρφωση της Ακρόπολης της πόλης σε ένα διαχρονικό, μεγαλειώδες οροθέσιο. Εντούτοις, η πόλη είχε επίσης και δικούς της πόρους. Ενώ το έδαφος της Αττικής, μια περιοχή έκτασης άνω των 2.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων, δεν ήταν καθόλου εύφορο (ο Πλάτωνας, γράφοντας τον 4ο αιώνα π.Χ., έφτασε μέχρι του σημείου να περιγράφει την Αττική ως «σκελετό σώματος ρημαγμένου από αρρώστια· το πλούσιο μαλακό χώμα είχε παρασυρθεί αφήνοντας τη γη κυριολεκτικά πετσί και κόκαλο»), ελαιόδεντρα και αμπέλια ευδοκιμούσαν στα χαμηλά εδάφη και στις παράκτιες περιοχές και παρήγαν σημαντικό πλεόνασμα ελαιόλαδου και κρασιού για εξαγωγή. Κρίσιμης σημασίας, επίσης, ήταν το γεγονός ότι η πόλη διέθετε μια μείζονα πηγή ορυκτού πλούτου, τα αργυρωρυχεία του Λαυρίου. Παρότι αποτελούσαν κρατική ιδιοκτησία, τα μεταλλεία εκμισθώνονταν σε ιδιώτες παραχωρούμενα .για τρία ή τέσσερα χρόνια, με το ασήμι να εξορύσσεται από ένα σκαιά αντιμετωπιζόμενο εργατικό δυναμικό που αριθμούσε μερικές χιλιάδες δούλους. Το ασήμι κοβόταν σε νομίσματα1 και στη συνέχεια, κατά τρόπον που δεν είναι τελείως σαφής, που ένα εμπορικό πλοίο θα μπορούσε να αποπλεύσει από την Αθήνα, χωρίς κανένα άλλο φορτίο πλην ασημένιων νομισμάτων, με τη βεβαιότητα ότι ο εμπορευόμενος πλοιοκτήτης θα μπορούσε να αγοράσει όλα όσα χρειαζόταν.
