ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

kion1

Οι τελευταίοι Έλληνες:

φιλοσοφία και παγανισμός, περίπου 260-360 μ. X.

 Peter Brown, Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας 150-750 μ.Χ.

[ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΑ 1998, σελ. 76-86]

Τον 3o αιώνα, η ιντελιγκέντσια του ελληνικού κόσμου ζούσε μία προστατευμένη ζωή. Κατά την όξυνση της οικονομικής κρίσης, γύρω στο 260, ο φιλόσοφος Πλωτίνος είχε εγκατασταθεί ανενόχλητος σε μια έπαυλη στην Καμπανία, υπό την προστασία Ρωμαίων συγκλητικών και οι μαθητές του έφταναν από την Αίγυπτο, τη Συρία και την Αραβία. Αργότερα, κατά τον 4o και τον 5ο αιώνα, παγανιστές φιλόσοφοι και ρήτορες ευδοκιμούσαν στις παραλιακές πόλεις του Αιγαίου που ζούσαν ακόμα με την ανάμνηση της Ελλάδας. Όπως και στην περίπτωση των αριστοκρατών γαιοκτημόνων βρίσκουμε εδώ έναν κόσμο με μακρόχρονες παραδόσεις που άλλαζε βραδύτατα και ανασυντασσόταν χωρίς να αποκόβεται από το παρελθόν του.

Αυτοί οι άνθρωποι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους «Έλληνες» και τα πιστεύω τους «ελληνισμό». Είχαν ανορθώσει το απειλούμενο προπύργιο της αυθεντικής ελληνικής σοφίας. Στα τέλη του 3oυ αιώνα είχαν απωθήσει για τα καλά αυτόν το βάρβαρο επιδρομέα του πνεύματος – το γνωστικισμό. Ο ζοφερός, πλαστός πλατωνισμός των γνωστικών είχε βρει απήχηση σε διανοούμενους μιας προηγούμενης γενιάς αλλά αντί να γίνουν ακόμα πιο απαισιόδοξοι και να απορρίψουν ριζικότερα τον φυσικό κόσμο, οι άνθρωποι του τέλους του 3oυ αιώνα αποτίναξαν αυτή τη σκοτεινή διάθεση και δεν ξαναγύρισαν να κοιτάξουν πίσω τους. Η ήττα του γνωστικισμού στους κύκλους της διανόησης είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα της ικανότητας της αριστοκρατικής κουλτούρας κατά την ύστερη αρχαιότητα να αναχαιτίσει ένα κίνημα που έναν αιώνα νωρίτερα φαινόταν να οδηγεί στην πλήρη «προδοσία των διανοουμένων».

Συνέχεια ανάγνωσης «ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»

ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

kion1Οι ευθύνες του πολίτη

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του R. K. Sinclair

«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ»)

 Λήψη του αρχείου

 Οικογενειακά και τοπικά συμφέροντα και ευθύνες

Ορισμένες υποχρεώσεις συνδέονταν ιδιαίτερα με την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη, όπως η προσωπική υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις και, στην περίπτωση των εύπορων τάξεων, τα οικονομικά βάρη, αλλά υπήρχε επίσης μια μεγάλη κλίμακα ευθυνών, οι οποίες προϋπέθεταν τη συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα. Οι φίλοι του Σωκράτη, για παράδειγμα, όταν είχε καταδικαστεί σε θάνατο με την κατηγορία της ασέβειας και της διαφθοράς των νέων, τον προέτρεπαν να δραπετεύσει και να ζήσει στην εξορία. Δεν ήταν λίγοι οι Αθηναίοι που επέλεγαν την εξορία, ό­ταν υφίσταντο πολιτική ή δικαστική επίθεση, και η εξορία ήταν, πράγματι, μια ποινή που μπορούσε να επιβληθεί με νόμο. Αλλά ο Σωκράτης στη δίκη του αρνήθηκε αυτή την εναλλακτική νόμιμη λύση και απέρριψε, επίσης, τις εκκλήσεις του Κρίτωνα να αποδράσει από τη φυλακή. Πρόβαλε το επιχείρημα ότι σ’ όλη του τη ζωή είχε απολαύσει την προστασία και τα ευεργετήματα των νόμων και γι’ αυτό δεν έπρεπε τώρα να προσπαθήσει να τους αποφύγει και μ’ αυτό τον τρόπο να τους καταστρέψει καθώς και ολόκληρη την πόλη[1]. Όλοι οι Αθηναίοι δεν θα συμμερίζονταν πλήρως την υψηλόφρονα στάση του Σωκράτη, αλλά, θεωρητικά, θα υποστήριζαν την ιδέα της υπακοής στους νόμους, γιατί μοιράζονταν με τους άλλους Έλληνες μια βαθιά πεποίθηση ότι οι νόμοι, και όχι οι ιδιοτροπίες ενός δεσπότη όπως ο Πέρσης βασιλιάς, ήταν ο κύριός τους και ότι η υπακοή στους νόμους είχε θεμελιώδη σημασία για την ευημερία της πόλης τους[2]. Στην πράξη, οι αντικρουόμενες απαιτήσεις θα μπορούσαν να κάνουν έναν πολίτη να παραβεί τις νόμιμες υποχρεώσεις του – ή τις ευρύτερες ευθύνες του – ή να τους επιβάλει ορισμένους περιορισμούς. Γιατί, αν και οι Αθηναίοι έδιναν μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι είχαν γραπτούς νόμους, είχαν και επίγνωση της δύναμης του «άγραφου νόμου». Σε μια σχετικά μικρή κοινότητα, όπως η αθηναϊκή πόλη, οι συμβατικότητες και οι ηθικές και κοινωνικές αξίες εξακολουθούσαν να είναι πολύ ισχυρές δυνάμεις, παρά την αμφισβήτηση πολλών παραδοσιακών αξιών κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, που οφειλόταν εν μέρει στην πνευματική επανάσταση η οποία πήγαζε από τους σοφιστές και εν μέρει από τις πιέσεις της ζωής που ασκήθηκαν στην Αθήνα κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο[3]. Αυτό που εξετάζουμε σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι, επομένως, το πεδίο των δραστηριοτήτων στις οποίες υποκινούνταν να λάβουν μέρος οι πολίτες, έστω και με διαφορετικούς βαθμούς «καταναγκασμού» και με κάποιες έκδηλες διαφορές στον ενθουσιασμό και στο βαθμό συμμετοχής.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ»