ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΙ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

kion1Δήμητρα και Περσεφόνη,

ένας μύθος για τη ζωή και το θάνατο

Ε. Καλλιτεράκη,

ψυχαναλύτρια

Διάλεξα τους ομηρικούς και τους Ορφικούς μύθους πρώτα από όλα, για να σας μιλήσω για τη δημιουργία του κόσμου.

Ο Όμηρος λοιπόν μας λέει, ότι  οι Θεοί και όλα τα πλάσματα της γης, προήλθαν από το ρεύμα του Ωκεανού που περιζώνει τον κόσμο, και ότι η Τηθύς ήταν η μητέρα όλων των παιδιών του.

Οι Ορφικοί μύθοι πάλι λένε , πως ο Άνεμος ξελόγιασε τη μαυροφτέρουγη Νύχτα, τη θεά που ακόμα και ο Δίας σεβόταν και αυτή τότε γέννησε ένα ασημένιο αυγό μέσα στους κόλπους του σκότους και ότι από αυτό το αυγό βγήκε ο Έρωτας και έβαλε σε κίνηση το Σύμπαν.

Ο Έρωτας είχε διπλό φύλο, χρυσά φτερά και τέσσερα κεφάλια και εκείνη, η Νύχτα, ζούσε μαζί του σε ένα σπήλαιο προβάλλοντας η ίδια σα τριάδα, δηλαδή σαν Νύχτα, σαν Τάξη και σαν Δικαιοσύνη. Και ο Έρωτας  δημιούργησε τη γη, τον ουρανό, τον ήλιο και τη σελήνη» (Ρομπερτ Γκρειβς ).

Διάλεξα να μιλήσω για τη Δήμητρα και την Περσεφόνη γιατί πιστεύω ότι μέσα σε αυτό το μύθο εμπεριέχονται όλα τα παραπάνω. Και όπως μας λέει ο Κακριδής,  ο μύθος έχει μέσα του ένα κόσμο που άλλοτε είναι εν μέρει λογικός και άλλοτε είναι άλογος. Ο μύθος, λέει, δεν έγινε για να είναι αισθητικά ωραίος αλλά για να ανταποκρίνεται σε άλλες έξεις της συνείδησης. Απλώς μπορεί να είναι και ωραίος.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΙ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ»

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ

kion1ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ»

(το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Α. Π. ΡΕΓΚΑΚΟΥ

«ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ»)

  Λήψη του αρχείου

Εκαταίος ο Μιλήσιος. Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος [FGrHist I EGM 110 κ.ε.],[1] που τοποθετείται στα χρόνια του Δαρείου Α’ (τέλη του 6ου – αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.), διέθετε κατά τον Ηρόδοτο (5.36 και 124) μεγάλη πολιτική εμπειρία την εποχή της ιωνικής επανάστασης (499- 494 π.Χ.). Το υπό στενή έννοια «ιστορικό» του έργο, οι Γενεαλογίαι (σε 4 βιβλία· παραδίδονται επίσης οι τίτλοι Ἱστορίαι και ¨Ηρωολογίαι), συνιστά – ακόμη και αν δεν δεχθούμε την κρίση του Jacoby ότι πρόκειται για «το πρώτο πραγματικά ιστορικό έργο»- την πρώτη προσπάθεια να συστηματοποιηθούν οι διαθέσιμες γνώσεις για το παρελθόν (πιο σωστά: για τον κόσμο των ηρώων) και να ελεγχθεί η αξιοπιστία των διαφόρων παραδόσεων. Στη βάση των κριτηρίων του Εκαταίου βρίσκεται ο νόμος τον πιθανού, του εύλογου (απ. 27 λόγον … εἰκότα) – θα μπορούσε χάνεις να το ονομάσει κριτήριο της κοινής λογικής. Σύμφωνα με ένα δεύτερο κριτήριο που εισηγήθηκε ο Εκαταίος, πρέπει πρώτα να διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε η παράδοση για ένα συγκεκριμένο γεγονός και μετά να διατυπώνεται οποιαδήποτε άποψη σχετικά με την αξιοπιστία της. Ωστόσο, ακόμη και αν εφαρμοσθεί συστηματικά, η κριτική μέθοδος του Εκαταίου δεν έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τα γεγονότα του θρύλου σε ιστορικά γεγονότα είναι λοιπόν ορθή η κρίση ότι ο Εκαταίος «απομακρύνοντας από τον θρύλο ό, τι φαινόταν αντίθετο στην καθημερινή εμπειρία, του αφαίρεσε τη ζωτική ικμάδα του».[2] Η κριτική στάση του Εκαταίου απέναντι στην παράδοση εκφράζεται ρητά στην εισαγωγική φράση του έργου του (απ. 1): Ἑκαταίος Μιλήσιος ὦδε μυθεῖται· τάδε γράφω, ὡς μοι δοκεῖ ἀληθέα εἶναι· οἱ γάρ Ἑλλήνων λό­γοι πολλοί τε καί γελοῖοι, ὡς ἐμοϊ φαίνονται, εἰσίν (αυτά τα λέει ο Εκαταίος από τη Μίλητο· γράφω τα παρακάτω έτσι όπως νομίζω ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια· γιατί όσα λέγουν οι Έλληνες είναι, καθώς μου φαίνεται, πολλά και γελοία).[3] Ο στόχος και η μέθοδος της έρευνας διατυπώνονται με σαφήνεια· η επίκληση της αλήθειας δεν γίνεται με τη βοήθεια μιας εξωτερικής πηγής έμπνευσης (όπως συμβαίνει στους στίχους 26-27 της Θεογονίας του Ησίοδου ἴδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν έτύμοισιν ὁμοῖα, / ἴδμεν δ’ εὖτ’ ἐθέλωμεν ἀληθέα γηρύσασθαι, που αναμφίβολα υπόκεινται στο παρόν χωρίο), αλλά βασίζεται στην προσωπική γνώμη (δόξα)· η γραφή ως μέσο επικοινωνίας υπογραμμίζεται με έμφαση (γράψω) και ονομάζονται ρητά οι αποδέκτες («οι Έλληνες»), οι αναγνώστες του έργου του. Η συστηματοποίηση των γνώσεων για το παρελθόν, όπως την επεδίωξε ο Εκαταίος, επέβαλε την κατάρτιση ενός χρονολογικού συστήματος όπως προκύπτει από τον Ηρόδοτο (2.145.4), αυτό συνδεόταν με τη χρονολόγηση κατά γενεές. Ωστόσο, δεν είναι σαφές αν ο Εκαταίος είχε επιλέξει ως σημείο αναφοράς τον μυθικό ήρωα Ηρακλή και μια γενεά διάρκειας 40 ετών[4] ή αν χρησιμοποίησε ως κύριο άξονα του χρονολογικού του συστήματος το αιγυπτιακό μοντέλο των γενεών που είχαν διάρκεια 30 ετών.[5]

Συνέχεια ανάγνωσης «ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ»