ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

kion1Τέχνη και Φιλοσοφία

Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου

(16 Ιανουαρίου 1961)

  Ό, τι ονομάζομε τέχνη και το θαυμάζομε ως ποικιλία μορφών μέσα στην ιστορία έχει ως πηγή του τη φαντασία του ανθρώπου. Τέχνη είναι κατά βάθος η δημιουργία μορφών, όπου μέσα ο άνθρωπος βάζει το νόημα της ζωής του. Τα έργα της τέχνης, αν και πηγή τους είναι η φαντασία, όμως είναι τόσο πραγματικά, όσον και τα άνθη, όπως λέγει ο Nietzsche.

Αρχικά η τέχνη μέσα στην ιστορία φαίνεται ότι υπηρετεί τη θρησκεία, δηλαδή εκφράζει το περιεχόμενο της θρησκείας. Έτσι η αρχαία ελληνική τέχνη παριστάνει κατ’ αρχήν τους θεούς των Ελλήνων, τα λατρευτά πρόσωπα των θεών. Στην περίοδο αυτήν η τέχνη διαπνέεται από τη γενική θρησκευτική συνείδηση και ο καλλιτέχνης ερμηνεύει με τη μορφή που πλάθει το γενικό θρησκευτικό συναίσθημα και συνήθως παραμένει άγνωστος, δεν γράφει το όνομά του.

Όμως σ’ αυτήν την περίοδο ο καλλιτέχνης είναι απόλυτα ελεύθερος, δηλαδή δίνει στο περιεχόμενο τού θρησκευτικού συναισθήματος που τον συνέχει τη μορφή που γεννάει αδέσμευτα η φαντασία του, αδέσμευτα από άλλα κριτήρια και μέτρα, εκτός από τα μέτρα και κριτήρια του κάλλους, της ομορφιάς. Έτσι ο Όμηρος πλάθει τις μορφές των θεών με τον λόγο, με την τέχνη του λόγου, έτσι οι αρχαϊκοί καλλιτέχνες πλάθουν τα πρόσωπα των Θεών με τη σμίλη επάνω στο μάρμαρο και αντικειμενοποιούν το θρησκευτικό συναίσθημα τόσο, ώστε ο Θεός να είναι παρών μπροστά στα μάτια των ανθρώπων. Ο θεός γίνεται απτός με την τέχνη και με την απτή του παρουσία γαληνεύει την ψυχή του ανθρώπου.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

kion1     Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

                αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Michael Frede
        «Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»
        -όψεις της ιστορίας και της ιστοριογραφίας της-

 Λήψη του αρχείου

Μετάφραση:

Στέλιος Βιρβιδάκης Γ. Χριστοδούλου

Η φιλοσοφία αποτελεί ιστορικό φαινόμενο. Αναδύεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και γεννάται από την ανάγκη, που έγινε για πρώτη φορά αισθητή μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, να δοθεί ένας ορισμένος τύπος απάντησης σε ορισμένα ερωτήματα – για παράδειγμα, σχετικά με την προέλευση του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Θα ήταν προφανώς πολύ τρομακτικό να ζούμε σε έναν κόσμο όπου η συμπεριφορά των πραγμάτων -πολύ περισσότερο αν η συμπεριφορά αυτή επηρεάζει τη ζωή μας- μας φαίνεται τε­λείως ακατανόητη. Υπήρχαν παραδοσιακές απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, απαντήσεις που προέρχονται από διάφορες παραδό­σεις. Αλλά αυτές οι απαντήσεις συγκρούονταν μεταξύ τους. Και έτσι, καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να συνειδητοποιούν τις διαφο­ρετικές παραδόσεις και τις διαμάχες τους, οι απαντήσεις που έδι­ναν έπαψαν να ικανοποιούν την ανάγκη τους για ασφαλή κατα­νόηση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούσαν, της φύσης, της κοινω­νικής και πολιτικής οργάνωσης υπό την οποία ζούσαν, αυτού που κάνει τις κοινότητες και τα άτομα να ενεργούν όπως ενεργούσαν. Εκείνο που χρειαζόταν ήταν νέου τύπου απαντήσεις, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί, να δείξει πως ήταν ανώτε­ρες από άλλες εναλλακτικές απαντήσεις, για τις οποίες θα μπο­ρούσε να πείσει τους άλλους, έτσι ώστε, όπου ήταν δυνατό, να εξασφαλιστεί κάποια μορφή συναίνεσης.

Πήρε πολύ καιρό μέχρις ότου οι απόπειρες για τον πορισμό τέτοιων απαντήσεων να οδηγήσουν στην καθιέρωση μιας πρακτι­κής και ενός γενικού εγχειρήματος ή συστηματικής μάθησης που να τις παρέχει. Αλλά από τη στιγμή που καθιερώθηκε η μάθηση της φιλοσοφίας, κατέληξε με φυσικό τρόπο να ανταποκρίνεται σε δύο διαφορετικά είδη απαιτήσεων, στις εξωτερικές, που αρχικά οδήγησαν στη γέννηση της φιλοσοφικής πρακτικής, αλλά και σε εσωτερικές απαιτήσεις σύμφυτες προς αυτή την πρακτική και σχε­τικές με το τι συνιστά μια αποδεκτή ή καλή πρακτική σύμφωνα με τους όρους αυτής της μάθησης. Και τα δύο είδη απαιτήσεων ή αναγκών εγγυόνταν ότι η μάθηση της φιλοσοφίας θα μεταβαλλό­ταν μέσα στο χρόνο. Καθώς θα εξελισσόταν ο πολιτισμός, οι εξω­τερικές απαιτήσεις θα άλλαζαν, και μαζί τους η μάθηση στο βαθμό που συνέχιζε να ανταποκρίνεται σ’ αυτές. Αλλά και οι εσωτερικές απαιτήσεις θα επέβαλλαν την αλλαγή. Νέες απαντήσεις θα έθεταν νέα ερωτήματα και οι απαντήσεις σ’ αυτά μπορεί να επέβαλλαν αναθεώρηση των απαντήσεων στα αρχικά ερωτήματα. Έτσι, η φι­λοσοφική πρακτική θα μεταβληθεί μέσα στο χρόνο κατά περίπλο­κο τρόπο, και μάλιστα εφόσον τα δύο είδη απαιτήσεων ή αναγκών μπορούν να βρεθούν σε διάσταση ή και σε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Πράγματι, από τη στιγμή που η μάθηση ανέπτυξε μια δική της δυναμική ή και δική της ζωή και πέτυχε ένα βαθμό αυτονο­μίας, όσοι την ασκούσαν μπορούσαν να ξεχνούν λίγο πολύ τις εξωτερικές ανάγκες που τη γέννησαν.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ»