ΑΡΧΑΙΑ ΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΑ

kion1Αρχαία ελληνική δημοκρατία και δουλεία

 Κ. Καστοριάδης

Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα (δεύτερος τόμος), εκδόσεις Κριτική, σ. 56-65.

Ας περάσουμε σε πιο σημαντικά ζητήματα που σχετίζονται με το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται στη νεότερη εποχή και ιδιαίτερα σήμερα το πρόβλημα της ελληνικής δημοκρατίας. Εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε την τεράστια δυσκολία της πλειονότητας των συγγραφέων να αποφύγουν την άνευ όρων παράδοση η οποία τους καταδικάζει να επιλέξουν ανάμεσα στην Ελλάδα πρότυπο ή αντιπρότυπο. Ή πάλι η Ελλάδα γίνεται απλό ιστορικό αντικείμενο, η μελέτη του οποίου δεν μας θέτει περισσότερα προβλήματα από τη μελέτη των Αρούντας της κεντρικής Αυστραλίας ή ακόμα, ας πούμε, των Ίνκας – ενώ, ας το επαναλάβω, η μελέτη αυτή είναι δυνατή επειδή ακριβώς τοποθετούμαστε σε αυτή την παράδοση που αρχίζει από την Ελλάδα. Και ανάλογα με τις σχολές, είτε η αιτιατική ερμηνεία εξαφανίζει τη σημασία, είτε πάλι η στρουκτουραλιστική προσέγγιση εξαφανίζει το ίδιο το ζήτημα της σημασίας.Είπα άνευ όρων παράδοση: ίσως εκεί που διαφαίνεται εναργέστατα είναι όταν τίθεται το ζήτημα της δουλείας στην Αρχαιότητα. Θα επανέλθω στη συνέχεια στον πυρήνα αυτής της υπόθεσης. Για το θέμα που μας απασχολεί σήμερα, μπορείτε να διαβάσετε ένα άρθρο του Finley, που αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα στα Γαλλικά με τον τίτλο Mythe, memoire, historie. Γνωρίζετε αναμφίβολα ότι του χρωστάμε πολλές μελέτες για τη δουλεία στην Αρχαιότητα. Υπάρχουν σίγουρα μερικές θέσεις στο κείμενο αυτό που προκαλούν συζητήσεις. Αλλά o Finley παρατηρεί δικαίως σε ό, τι αφορά τη στάση των σύγχρονων συγγραφέων απέναντι στη δουλεία στην αρχαία Ελλάδα ότι υπάρχει μια πρώτη φάση που χαρακτηρίζεται από ένα στοιχείο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σιωπηρή εξάρνηση: γνωρίζουμε ότι το ζήτημα της δουλείας είναι υπαρκτό – οι λόγιοι του 17ου και του 18ου αιώνα έχουν ήδη συγκεντρώσει πολλά ντοκουμέντα -, αλλά δεν γίνεται καθόλου λόγος περί αυτού. Υπήρχαν δούλοι στην Ελλάδα, όπως υπήρχαν ελιές. Μπορούμε να πούμε ότι ο τόνος αλλάζει σαφώς με τον Γάλλο ιστορικό Henri Wallon – παραλείπω πολλές προηγούμενες εργασίες λιγότερο σημαντικές, θα βρείτε τους τίτλους τους στον Finley -, ο οποίος δημοσιεύει το 1847 τρεις μεγάλους τόμους για το ζήτημα της δουλείας, αξιοποιώντας το σημαντικότερα τμήμα των υπαρχουσών πηγών. Είναι γεγονός ότι βρισκόμαστε εν μέσω της διαμάχης εναντίον της απελευθέρωσης των δούλων… (Πρόκειται για ένα από τα τόσο προφανή γεγονότα-ογκόλιθους, των οποίων διστάζει κανείς να αναγνωρίσει τη σημασία φοβούμενος ασφαλώς ότι θα κατηγορηθεί πως λέει κοινοτοπίες. Κι όμως…) Η δουλεία δεν είχε ακόμη καταργηθεί στις γαλλικές Αντίλες, και μόνο το 1896 θα καταργηθεί στη Βραζιλία – στη Βραζιλία της οποίας ωστόσο το Σύνταγμα ήταν εμπνευσμένο από τις ιδέες του θετικισμού. Ο Wallon δεν συντάσσει απλώς ένα κείμενο για τη δουλεία στην Αρχαιότητα, αλλά ένα είδος κατηγορητηρίου εναντίον κάθε κοινωνίας που αποδέχεται τη δουλεία. Μερικές δεκαετίες αργότερα εμφανίζεται μια αντίδραση, κυρίως στο χώρο των φιλολόγων και των ιστορικών της Αρχαιότητας, οι οποίοι κατά τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα είναι στην πλειονότητά τους διαποτισμένοι – στη Γερμανία αλλά και αλλού – από το πνεύμα που πρόσφατα ονομάστηκε περιφρονητικά ιδεολογία των «νοσταλγών ανθρωπιστών»· δεν πρόκειται για την ανθρωπιστική ιδεολογία με την ευρεία έννοια, αλλά για αυτή που ισχυρίζεται ότι υπάρχει ένα ιδεώδες του ανθρώπινου όντος, το οποίο διαμορφώθηκε για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα, και ότι αυτό το ιδεώδες παραμένει αξεπέραστο. Αυτή η απόπειρα σφετερισμού είναι ισοπεδωτική, οικειοποιείται τα πάντα – επομένως τα «αρνητικά» στοιχεία, τουλάχιστον σύμφωνα με τα κριτήρια αυτών των ιστορικών, θα πρέπει να αποσιωπηθούν ή να ελαχιστοποιηθούν.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΡΧΑΙΑ ΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΑ»

ΓΛΩΣΣΑ

kion1ΓΛΩΣΣΑ

                 Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Richard Harder
                «Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»


  1. Απόπειρα ενός χαρακτηρισμού

Ένας από τους εξέχοντες γλωσσολόγους της εποχής μας, ο Wil­helm Schulze(*), παραδέχτηκε ότι αισθανόταν την ελληνική γλώσσα ως «την υψηλότερη έκφραση του γλωσσικού πνεύματος του ανθρώπου» (Kleine Schriften, 1933, 47). Παρόμοια ήταν και η κρίση που είχε διατυπώσει ήδη ο Wilhelm von Humboldt. Ο Theodor Benfey(*) απο- κάλεσε την ελληνική «ομολογουμένως την τελειότερη όλων των γλωσσών» (Geschichte der Sprachwissenscbaft, 1869, 640). Δεν πρόκειται για κρίσεις ειδικευμένων ελληνιστών, αλλά ερευνητών που κατέχουν πολλές γλώσσες· είναι επομένως απόσταγμα πλούσιων γλωσσικών εμπειριών. Παρόλα αυτά δεν πιστεύω ότι π.χ. ένας Κινέζος με υψηλή μόρφωση, γνώστης και των δικών μας κλασικών γλωσσών, θα έκρινε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Είναι ασύλληπτα δύσκολο[1] να αξιολογήσει κανείς γλώσσες, αντιπαραβάλλοντας τη μια προς την άλλη, αφού δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη επιστημονικές μέθοδοι για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό ο Wilhelm Schulze, ο οποίος είχε ακριβή γνώση του πράγματος και φρόντιζε να ακριβολογεί, προσθέτει στην παραδοχή του και έναν περιορισμό: «δεν εξετάζω αν αυτό συμβαίνει δίκαια ή άδικα».

Τα ελληνικά μάς φαίνονται ιδιαίτερα εύηχα. Είναι πραγματικά πολύ πλούσια σε φωνήεντα. Εντούτοις, τα αρχαία ελληνικά που ομιλούνται σε μας, στο μάθημα και περιστασιακά σε απαγγελίες και στη σκηνή του θεάτρου, είναι ένα προϊόν της καθέδρας. Πώς πραγματικά ηχούσε η ελληνική όταν απήγγειλε ο Όμηρος, δεν μπορούμε να το φανταστούμε. Επομένως δεν μπορούμε να αποφανθούμε ούτε και για τον εύηχο χαρακτήρα της. Όσο για την εκφραστική ικανότητα της ελληνικής γλώσσας, οι απαραίτητες για την περίπτωση συγκριτικές έρευνες μόλις έχουν ξεκινήσει. Οι έρευνες αυτές δείχνουν ότι η ελληνική ανέπτυξε ήδη στο καθαρά νοητικό πεδίο νέα, άγνωστα έως τότε μέσα έκφρασης (π.χ. την παρεμβαλλόμενη επεξήγηση· τη δομή «όχι μόνον – αλλά και»· την «διαβάθμιση επιπέδων του ευκταίου»: «κατά προτίμηση… αν όμως αυτό δεν γίνεται, τότε τουλάχιστον…»)· καθώς φαίνεται λοιπόν, οι Έλληνες έχουν και εδώ να επιδείξουν ανακαλύψεις παρόμοιες με εκείνες που έκαναν σε άλλους τομείς. Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης ότι η ελληνική έχει στη διάθεσή της έναν ιδιαίτερο μορφολογικό πλούτο (π.χ. τον δυικό αριθμό, τη μέση φωνή) και ένα τεράστιο λεξιλόγιο. Για να συνταχθεί όμως ένας πραγματικός ισολογισμός αυτού του πλούτου θα έπρεπε να διαπιστωθούν τα κενά που μπορεί να παρατηρηθούν αντισταθμιστικά σε κάποια άλλα σημεία (π.χ. μικρότερος αριθμός πτώσεων από ό, τι στα λατινικά· έλλειψη μιας ορολογίας της βούλησης, κ.τ.λ.). Εκτός αυτού, ο μορφολογικός πλούτος μιας γλώσσας δεν συνιστά από μόνος του αξία ούτε είναι ένδειξη υψηλού επιπέδου ανάπτυξης· σε ορισμένους τομείς οι πρωτόγονες γλώσσες παρουσιάζουν έναν απροσδόκητο πλούτο μορφών. Με όλες αυτές τις μεμονωμένες κρίσεις κινούμαστε σε πεδίο αβεβαιότητας· για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη μια βασική διευκρίνηση.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΓΛΩΣΣΑ»