Η δημιουργία της δημοκρατίας στην Αρχαία Ελλάδα

Η δημιουργία της δημοκρατίας στην Αρχαία Ελλάδα

 

Σεμινάριο της 17ης Νοεμβρίου 1982

 

 

Κ. Καστοριάδης

 

ΚαστοριάδηςΑυτή τη χρονιά θα μιλήσουμε για τη δημιουργία της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα. Κατά μία έννοια, πρόκειται για υπόθεση του παρελθόντος. Γιατί λοιπόν να ενδιαφερθούμε για το παρελθόν, και ειδικά γι’ αυτό το παρελθόν; Πριν υπεισέλθουμε στο ερώτημα αυτό, υπάρχει και ένα άλλο το οποίο θα ήταν χρήσιμο να οριοθετήσουμε κάπως: η παθητική σχέση με το παρελθόν είναι η μόνη δυνατή; Από ποια στοιχεία και με ποια μέσα μπορούμε να κατανοήσουμε το παρελθόν; Υπάρχει μια απάντηση τόσο παλιά όσο και η ίδια η ερώτηση, γνωστή ήδη από την αρχαιότητα, που επανέρχεται δριμύτερη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και που υποστηρίζεται από σοβαρούς και σημαντικούς ιστορικούς. Θα μπορούσαμε απλοποιώντας την, ίσως σχηματοποιώντας τη λίγο, να τη διατυπώσουμε περιληπτικά ως εξής: δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ιστοριογραφία, ιστορία με την έννοια της έρευνας και της γνώσης του παρελθόντος. Κάθε ιστοριογραφία είναι επομένως αυθαίρετη. Πρόκειται λίγο πολύ για τη θέση του Paul Veyne στο εξαιρετικά ενδιαφέρον και διαφωτιστικό βιβλίο του Comment on ecrit l’ histoire[1]. Κατά τη γνώμη μου. η θέση αυτή καθαυτή είναι απαράδεκτη, με την έννοια ότι ωθεί μονομερώς προς μία μόνο κατεύθυνση επιχειρήματα εκ τον οποίων το καθένα χωριστά είναι εντελώς ορθό. Και τούτο διότι συνέβησαν στο ιστορικό παρελθόν γεγονότα λίγο πολύ σκοτεινά ή λίγο πολύ βέβαια, επί των οποίων όμως μια ορθολογική, εμπεριστατωμένη έρευνα είναι απολύτως νόμιμη και δυνατή. Μια τέτοια έρευνα ούτε αυθαίρετη είναι ούτε περισσότερο αμφισβητήσιμη από τις εργασίες π.χ. ανθρωπολόγων και αρχαιολόγων, οι οποίοι έφεραν στο φως οστά που χρονολογούνται από τέσσερα εκατομμύρια χρόνια και πλέον προσπαθούν vex αποκαταστήσουν τη μορφή των ανθρωποειδών στα οποία ανήκαν ή διερωτώνται γιατί εδώ και εξήντα ή εβδομήντα εκατομμύρια χρόνια εξαφανίστηκαν οι μεγάλοι δεινόσαυροι, γεγονός που επέτρεψε στα θηλαστικά να αναπτυχθούν και να κατακυριεύσουν την επιφάνεια της γης. Πρόκειται για απολύτως νόμιμες έρευνες γεγονότων, το ίδιο δε συμβαίνει και στην περίπτωση της ιστορίας, όπου υπάρχουν επίσης γεγονότα που πρέπει να στοιχειοθετηθούν: οι συγκεκριμένες σφηνοειδείς πινακίδες ανήκουν στην τάδε εποχή, άρα η γραφή είχε ήδη επινοηθεί, οι άνθρωποι έγραφαν ορισμένα πράγματα που πρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε, και εν γέ- νει είμαστε σε θέση να τα αποκρυπτογραφήσουμε. Είναι εκπληκτικό, ωστόσο ελάχιστες είναι οι γραφές που δεν στάθηκε δυνατό να διαβάσουμε ή τουλάχιστον να κατανοήσουμε: τα ετρουσκικά, η γραμμική Α στην Κρήτη, η γραφή των νήσων του Πάσχα… Και όταν δεν υπάρχει γραφή, υπάρχουν ευρήματα κάθε είδους: εργαλεία, σκεύη κ.λπ. Όλα αυτά δεν πέσανε από τον ουρανό και παραπέμπουν – προς όλες τις κατευθύνσεις – σε κάτι άλλο. Επιπλέον, από τη στιγμή που υπάρχουν γραπτά ίχνη – πράγμα που παραδοσιακά διαχωρίζει την ιστορία από την προϊστορία – διαθέτουμε στοιχεία, μαρτυρίες διαφορετικού βαθμού ακρίβειας και αξιοπιστίας, τα οποία όμως μπορούμε να συζητήσουμε. Οι ημερομηνίες μπορούν να προσδιορισθούν σχετικά εύκολα: η μάχη του Μαραθώνα έγινε το 490 π.X., γεγονός που κανείς, ούτε καν ο Paul Vcyne. δεν αμφισβητεί. Αντίθετα, η καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους είχε τοποθετηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο 148 π.Χ., και μόνο στα μέσα του 19ου αιώνα αποδείχθηκε ότι έγινε το 146. Για όλα αυτά τα γεγονότα, τα επεισόδια, τις πράξεις – για τα οποία τίθεται το ερώτημα που ο μεγάλος γερμανός ιστορικός του 19ου αιώνα Leopold von Ranke ορίζει ως το ίδιο το αντικείμενο της ιστορίας, «πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα;» – η έρευνα έχει νόημα. Και οι απαντήσεις δεν είναι περισσότερο αβέβαιες από τις απαντήσεις άλλων κλάδων της γνώσης, ακόμα και της φυσικής.

Προφανώς όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αυτό. Παραμένει η εκμετάλλευση αυτής της εκπληκτικής σωρείας γεγονότων και στοιχείων που πρέπει κανείς να διαλέξει, να ξεχωρίσει, να ιεραρχήσει, να ερμηνεύσει – δουλειά που ακόμα και πρακτικά να τη δει κανείς δεν έχει, ούτως ειπείν, τέλος. Ακόμα και σήμερα, σε ένα πεδίο τόσο δουλεμένο και επεξεργασμένο, όπως η ιστορία της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης, ξεκινώντας από κείμενα που είναι γνωστά εδώ και πολύ καιρό, καταφέρνουμε να αποσπάσουμε καινούργιες πληροφορίες που μας επιτρέπουν ενίοτε να διορθώσουμε άλλες. Επιπροσθέτως, η εμφάνιση νέων χειρογράφων μπορεί να αλλάξει. πολλά πράγματα – όπως οι πάπυροι που ανακαλύφθηκαν στο Ηράκλειο της Πομπηίας τον 18ο αιώνα και στην Αίγυπτο τον 19ο αιώνα. Και αν περάσουμε στην ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης, οι διαθέσιμες πηγές καθίστανται σχεδόν μη αξιοποιήσιμες. Σε μια χώρα σαν τη Γαλλία βρίσκουμε δημοτικά αρχεία, κτηματολόγια και συμβολαιογραφικές πράξεις ήδη από τον 13ο αιώνα. Αν κάνετε λοιπόν οικονομική και κοινωνική ιστορία και θέλετε, ας πούμε, να υπολογίσετε το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της Rouen στις αρχές του 13ου αιώνα, θα πάτε να ψάξετε στις συμβολαιογραφικές πράξεις, θα δείτε τις προικοδοτήσεις… Όμως, δεν θα αντιγράψετε απλώς τυπώσεις ανήκουν μάλλον στη διαφημιστική βιομηχανία, παρά στο στοχασμό ή στο ιστορικό έργο. Aς μη λησμονούμε ότι το ιστορικό υλικό, αν και δεν μας λέει τίποτα απολύτως βέβαιο για τις σημασίες, δεν είναι καθόλου βουβό.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η δημιουργία της δημοκρατίας στην Αρχαία Ελλάδα»

ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ

ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

ΚαστοριάδηςΔι­ά­λε­ξη πού δό­θη­κε στό Βα­φο­πού­λει­ο Πνευ­μα­τι­κό Κέν­τρο Θεσ­σα­λο­νί­κης στίς 22 Φε­βρουά­ριου 1992, βα­σι­σμέ­νη στήν προ­σφο­ρά τοῦ συγ­γρα­φέ­α στό Ἀ­φι­έ­ρω­μα στόν Κων­σταν­τῖ­νο Δε­σπο­τό­που­λο, Ἐκ­δό­σεις Πα­πα­ζή­ση, ‘Ἀθήνα, 1991, σέλ. 205-224.

 

Τοῦ Κων­σταν­τί­νου Δε­σπο­τό­που­λου μι­κρόν ἀν­τί­δω­ρον, ἄνθ’ ὧν…

 

 

Τό ἐ­ρώ­τη­μα «τί εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος» εἶ­ναι πάν­τα, ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα, πα­ρόν στήν ἀ­θη­να­ϊ­κή τρα­γω­δί­α. Μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη σα­φή­νεια καί ἔν­τα­ση τί­θε­ται — καί παίρ­νει ἀ­πάν­τη­ση — μέ­σα σέ δύ­ο ἀ­π’ τίς πιό ση­μαν­τι­κές, καί ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κές, τρα­γω­δί­ες: τόν Προ­μη­θέ­α Δε­σμώ­τη τοῦ Αἰ­σχύ­λου (πι­θα­νό­τα­τα ἕ­να ἀ­π’ τά τε­λευ­ταί­α ἔρ­γα τοῦ ποι­η­τῆ, γύ­ρω στά 460) καί τήν Ἀν­τι­γό­νη τοῦ Σο­φο­κλέ­ους (σχε­δόν βέ­βαι­α χρο­νο­λο­γη­μέ­νη τό 442 ἤ 443).

Οἱ ἀ­πάν­τη­σεις πού δί­νουν στό θε­με­λια­κό αὐ­τό γιά ὅ­λον τόν ἑλλη­νι­κό πο­λι­τι­σμό ἐ­ρώ­τη­μα οἱ δύ­ο τρα­γω­δί­ες εἶ­ναι, ὅ­πως θά προ­σπα­θή­σω νά δεί­ξω, τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τες. Ἡ δι­α­φο­ρά αὐ­τή δέν μπορεῖ νά ἀ­πο­δο­θεῖ μό­νο στήν ἀ­το­μι­κή στά­ση τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν. Πα­ρά τό μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα πού χω­ρί­ζει τά δύ­ο ἔρ­γα —πε­ρί­που εἴ­κο­σι χρό­ναι — ἡ δι­α­φο­ρά ἐκ­φρά­ζει καί εἶ­ναι συ­νυ­πό­στα­τη μέ τόν ἀ­νή­κου­στο ρυθ­μό τῆς πνευ­μα­τι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας στήν δη­μο­κρα­τι­κή Ἀ­θή­να, μέ τόν ὁ­λο­έ­να καί ρι­ζι­κό­τε­ρο πα­ρα­με­ρι­σμό τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν πα­ρα­στά­σε­ων καί μέ τήν ἐ­πέ­κτα­ση καί ἐμ­βά­θυν­ση τῆς ἀνθρώ­πι­νης αὐ­το­γνω­σί­ας. Εἶ­ναι κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­νά­λο­γη μέ τήν δι­α­φο­ρά Ἡ­ρο­δό­του-Θου­κυ­δί­δη καί τήν προ­α­ναγ­γέλ­λει εἴ­κο­σι – τριά­ντα χρό­νια πρίν.

Ὁ χῶ­ρος καί ὁ χρό­νος δέν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν νά ἐμ­πλα­κῶ μέ τό σύ­νο­λο τῶν «ἑρ­μη­νευ­τι­κῶν» (μέ τήν σύγ­χρο­νη ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου) ζη­τη­μά­των, πού κα­τ’ ἀ­νάγ­κη θέ­τουν τά δύ­ο τε­ρά­στια κεί­με­να. Θε­λη­μέ­να θά «ἀ­πο­σπά­σω» τά χω­ρί­α πού κεν­τρι­κά μέ ἐν­δι­α­φέ­ρουν, χω­ρίς νά ἀ­σχο­λη­θῶ — ἔ­ξω ἀ­πό πα­ρεμ­πί­πτου­σες νύ­ξεις — μέ τήν σχέ­ση τους μέ τό σύ­νο­λο τῆς τρα­γω­δί­ας ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α προ­έρ­χον­ται, ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο μέ τό συ­νο­λι­κό ἔρ­γο τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν. Οὔ­τε θά ἀ­να­φερ­θῶ στό εὐ­ρύ­τα­το πλέγ­μα τῶν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων πού ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­π’ τόν Ὅμηρο καί τόν Ἡ­σί­ο­δο ὡς τόν 5ο αἰ­ώ­να καί κα­τό­πιν. Οἱ πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἐ­ρω­τή­σεις εἶ­ναι φυ­σι­κά ἀ­πολύ­τως νό­μι­μες. Θε­ω­ρῶ ὅ­μως ἐ­πί­σης νό­μι­μη τήν ἐ­δῶ σκο­πιά: νά προ­σπα­θή­σου­με νά θε­ω­ρή­σου­με κα­θ’ ἑ­αυ­τά καί σέ ὅ­λη τήν δύ­να­μή τους ὁ­ρι­σμέ­να ρή­μα­τα τῶν δύ­ο ποι­η­τῶν (μέ γνώ­ση, φυ­σι­κά, ὅ­σων τά πε­ρι­βάλ­λουν, ἀλ­λά χω­ρίς ρη­τή ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α τῆς γνώ­σης αὐ­τῆς) καί, ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τά, νά προ­σπα­θή­σου­με, σ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο και­ρό, νά δι­αυ­γά­σου­με τό συ­νο­λι­κό ἑλ­λη­νι­κό το­πί­ο.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΟΦΟΚΛΕΙΑ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»