ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΡΕΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

kion1Σκέψεις πάνω στην Ορέστεια και στον πολιτισμό

 από τον Δήμο Μαρουδή

Η Ορέστεια του Αισχύλου είναι απ’ όλες τις πλευρές ένα έργο κομβικό. Αποτελείται από τρεις τραγωδίες, τον Αγαμέμνονα, τις Χοηφόρους και τις Ευμενίδες και είναι η μοναδική τριλογία που έχει σωθεί από ολόκληρο το αρχαίο δράμα.

Με τα προβλήματα που θέτει -καταπιάνεται με κεντρικά θέματα της ανθρώπινης συνύπαρξης καθώς και με την αρχετυπικής σημασίας επιλογή των κύριων προσώπων της- επηρέασε βαθύτατα τον δυτικό πολιτισμό, και θα λέγαμε συνέβαλε στην αυτοκατανόησή του. Συνοπτικά, ο νοηματικός άξονας των τριών τραγωδιών που την απαρτίζουν είναι ο εξής: ο Αγαμέμνων, ο νικητής της εκστρατείας εναντίον των Τρώων, επιστρέφει έπειτα από πολλά χρόνια στο παλάτι του στις Μυκήνες, όπου βρίσκει τη γυναίκα του, την Κλυταιμνήστρα, η οποία έχεις αρκετούς λόγους για να τον μισεί: έχει αποκτήσει έναν εραστή, τον Αίγισθο, αλλά κυρίως δεν τον έχει συγχωρέσει για τη θυσία της κόρης τους Ιφιγένειας, την οποία είχε κάνει ο Αγαμέμνων πριν από την εκστρατεία κατά της Τροίας. Η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί τον Αγαμέμνονα. Στις Χοηφόρους, ο Ορέστης ύστερα από χρόνια απουσίας επιστρέφει στο παλάτι και σκοτώνει τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα, θέλοντας να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του, με την παρότρυνση της αδελφής του Ηλέκτρας. Στις Ευμενίδες, ο Ορέστης εμφανίζεται να καταδιώκεται από τις Ερινύες και παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστηρίου που έχει ιδρύσει η θεά Αθηνά, όπου κρίνεται η τύχη του. Τελικά, ύστερα από απόφαση του δικαστηρίου, αθωώνεται, ανοίγοντας μια νέα εποχή για την Αθήνα.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΡΕΣΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ»

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

kion1Ἐρμηνεία ἀριστοτελικοῦ ὁρισμοῦ τῆς τραγωδίας

                     (Ἀπόσπασμα ἀπὸ κείμενο τῆς Ἄννας Τζιροπούλου Εὐσταθίου)

«Ἒστι μὲν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας,μέγεθος ἐχούσης,ἡδυσμένῳ λόγῳ,χωρὶς ἑκάστου τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις,δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας,δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα,τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

(Αριστοτέλους Ποιητική 1449 Β,25)

Εἶναι λοιπὸν ἡ τραγωδία μίμησις κάποιας πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης (1448 Α) ἐπεξηγεῖ τὴν λέξη «μίμησις»: «μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας», δηλαδὴ ὑποδύονται ἀνθρώπους εὑρισκομένους ἐν δράσει. Ὁ δὲ ὄρος «πρᾶξις» ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα στὶς «πράξεις» τῶν θεατρικῶν ἔργων.

Ἡ «πρᾶξις» τῆς τραγωδίας εἶναι σπουδαία καὶ τελεία, δηλαδὴ ἀξιόλογη, σπουδαιοτάτης σημασίας καὶ ἐντελὴς καθ’ ἑαυτήν. Φθάνει σὲ ὁρισμένο τέλος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἔχῃ μέγεθος καθορισμένον, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται εἰς ἕν «ὅλον»: «ὅλον δέ ἐστιν τὸ ἔχον ἀρχὴν καὶ μέσον καὶ τελευτήν». 1450,30.

Ἐὰν ἡ «πρᾶξις» παραταθῇ πέραν τῶν ὁρίων τῆς λειτουργίας της, διαστρεβλώνεται ἡ σύνθεσις «καὶ ἀποτυγχάνουσι πάντες». Ἡ μίμησις αὐτῆς τῆς πράξεως γίνεται «ἡδυσμένω λόγῳ»: «Λέγω δὲ ἡδυσμένω λόγον, τὸν ἔχοντα ῥυθμὸν καὶ ἁρμονίαν καὶ μέλος». Τὸ δὲ «χωρὶς τοῖς εἴδεσι (=χωριστὰ τὸ κάθε εἶδος), τὸ διὰ μέτρον ἔνια (=μερικὰ εἴδη) περαίνεσθαι, καὶ πάλιν ἕτερα διὰ μέλους». (1449 β,30).

Μόριον (=μέρος) τῆς τραγωδίας εἶναι «ὁ τῆς ὄψεως κόσμος» (=διάκοσμος: σκηνογραφία, ἐνδυμασία, σκεύη, σκηνοθετικὰ καὶ ὑποκριτικὰ εὑρήματα), ἀκολούθως δὲ «ἡ μελοποιία καὶ ἡ λέξις». Καὶ ὅλα αὐτά, «δρώντων, οὐ δι’ ἀπαγγελίας». Οἱ μιμούμενοι ὑποκριταὶ δὲν ἀπαγγέλουν ἁπλῶς, ἀκίνητοι καὶ ἀμέτοχοι ἀλλὰ δροῦν, πράττουν, ὑποδύονται χαρακτῆρες, πρόσωπα, ἀναπαριστοῦν μύθους καὶ ἀφηγήσεις. Ἡ ἐνάργεια αὐτὴ διεγείρει ἔλεον καὶ φόβον καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν κάθαρσιν (ἐξ-αγνισμόν) τῶν τοιούτων παθημάτων. Οἱ θεαταὶ αἰσθάνονται ἔλεος, δηλαδὴ συμπάθεια καὶ οἶκτο διὰ τοὺς ἥρωας, καθὼς καὶ «φόβον» μήπως κάποτε ἡ μοῖρα ἐμπλέξῃ κι αὐτοὺς εἰς παρόμοια παθήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κλασσικὴ ἑρμηνεία τοῦ πολυσυζητημένου ὁρισμοῦ τοῦ Ἀριστοτέλους γιὰ τὴν Τραγῳδία, μὲ τὴν ὁποία γαλουχηθήκαμε καὶ ἀσμένως ἀποδεχθήκαμε.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ»