Ο διάλογος των Μηλίων

Η ισχύς και το δίκαιο 

Τα δύο περίφημα αποσπάσματα απ’ τον διάλογο των Μηλίων

στο 5ο βιβλίο του Θουκυδίδη

Αλκιβιάδης

                             Λήψη του αρχείουσε συμπιεσμένη μορφή

Ι

ὅ­τι δί­και­α μὲν ἐν τῷ ἀν­θρω­πε­ί­ῳ λό­γῳ ἀ­πὸ τῆς ἴ­σης ἀ­νάγ­κης κρί­νε­ται, δυ­να­τὰ δὲ οἱ προ­ύ­χον­τες πράσ­σου­σι καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς ξυγ­χω­ροῦ­σιν. 

                                                                                                                                    [5.89]   

…πως κατά την ανθρώπινη λογική μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και τα δύο μέρη έχουν ίση ισχύ και ότι οι ισχυροί πράττουν ό, τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και το αποδέχονται. (μετ. Ν. Σκουτερόπουλος)

…ότι κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό, τι του επιβάλλει η αδυναμία του. (μετ. Ε. Βενιζέλος)

…ότι στις ανθρώπινες σχέσεις, τα νομικά επιχειρήματα έχουν αξία όταν εκείνοι που τα επικαλούνται είναι περίπου ισόπαλοι σε δύναμη και ότι, αντίθετα, ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του. (μετ. Α. Βλάχος)

   ΙΙ

 Τῆς μὲν το­ί­νυν πρὸς τὸ θεῖ­ον εὐ­με­νε­ί­ας οὐ­δ’ ἡ­μεῖς οἰ­ό­με­θα λε­λε­ί­ψε­σθαι· οὐ­δὲν γὰρ ἔ­ξω τῆς ἀν­θρω­πε­ί­ας τῶν μὲν ἐς τὸ θεῖ­ον νο­μί­σε­ως, τῶν δ’ ἐς σφᾶς αὐ­τοὺς βου­λή­σε­ως δι­και­οῦ­μεν ἢ πράσ­σο­μεν. ἡ­γο­ύ­με­θα γὰρ τό τε θεῖ­ον δό­ξῃ τὸ ἀν­θρώ­πει­όν τε σα­φῶς διὰ παν­τὸς ὑ­πὸ φύ­σε­ως ἀ­ναγ­κα­ί­ας, οὗ ἂν κρα­τῇ, ἄρ­χειν· καὶ ἡ­μεῖς οὔ­τε θέν­τες τὸν νό­μον οὔ­τε κει­μέ­νῳ πρῶ­τοι χρη­σά­με­νοι, ὄν­τα δὲ πα­ρα­λα­βόν­τες καὶ ἐ­σό­με­νον ἐς αἰ­εὶ κα­τα­λε­ί­ψον­τες χρώ­με­θα αὐ­τῷ, εἰ­δό­τες καὶ ὑ­μᾶς ἂν καὶ ἄλ­λους ἐν τῇ αὐ­τῇ δυ­νά­μει ἡ­μῖν γε­νο­μέ­νους δρῶν­τας ἂν ταὐ­τό.     

[5.105]

Όσον αφορά την εύνοια των θεών, ούτε εμείς νομίζουμε ότι θά μάς λείψει. Γιατί τίποτε απ’ ό, τι απαιτούμε ή πράττουμε δεν άντιβαίνει σέ αυτά πού οφείλουν οι άνθρωποι να πιστεύουν σε σχέση με τούς θεούς και να θέλουν σε σχέση με τούς άλλους. Πιστεύουμε δηλαδή ό, τι και οι θεοί και, προφανώς, οι άνθρωποι από φυσική αναγκαιότητα επιβάλλουν πάντοτε την κυριαρχία τους στον ασθενέστερο. Αυτόν το φυσικό νόμο ούτε τον θεσπίσαμε εμείς ούτε πρώτοι τον εφαρμόσαμε, άλλα τον βρήκαμε να υπάρχει και θα τον αφήσουμε να ισχύει παντοτινά, και ξέρουμε πώς και εσείς και κάθε άλλος πού θα είχε την ίδια με εμάς δύναμη θα έκανε το ίδιο. (μετ. Ν. Σκουτερόπουλος)

Αλλά και ημείς νομίζομεν, ότι δεν θα μας  λείψη η ευμένεια των θεών. Διότι εις ό, τι ζητούμεν και πράττομεν ουδαμώς απομακρυνόμεθα από ό, τι οι άνθρωποι πιστεύουν εν σχέσει προς τας θρησκευτικάς των πεποιθήσεις, ή από τας ανθρωπίνας αυτών επιθυμίας και σκοπούς. Καθόσον ως προς μεν τους θεούς πιστεύομεν, ως προς δε τους ανθρώπους καλώς γνωρίζομεν, ότι ωθούμενοι ανέκαθεν υπό ακαθέκτου φυσικής ορμής, άρχουν παντού, όπου η δύναμίς των είναι επικρατεστέρα. Τον νόμον τούτον ούτε εθέσαμεν, ούτε ισχύοντα ήδη πρώτοι ημείς εφηρμόσαμεν. Τον ευρήκαμεν ισχύοντα καί θα τον κληροδοτήσωμεν ισχύοντα αιωνίως, γνωρίζοντες, ότι και σείς επίσης και κάθε άλλος, εάν είχατε όσην ημείς δύναμιν, θα επράττατε το αυτό. (μετ. Ε. Βενιζέλος)

 

 Αλλά και έμεΐς νομίζομε ότι δέν θά μας λείψη η  εύνοια των θεών, γιατί ούτε οι αξιώσεις μας ούτε οι πράξεις μας απομακρύνονται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων ή από τις αρχές που εφαρμόζουν στις μεταξύ τους σχέσεις. Από ό, τι μπορεϊ κανείς να εικάση για τους θεούς και από ότι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύ­ομε ό,τι καί οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάν­τα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Τόν νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύη και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχθούν καί ξέρομε καλά ότι κ’ εσείς και οποιοιδήποτε άλλοι θα εκάνατε τα ίδια αν είχατε την δύναμή μας. (μετ. Α. Βλάχος)

  Συνέχεια ανάγνωσης «Ο διάλογος των Μηλίων»

Η «Παθολογία» του πολέμου

Η «Παθολογία» του πολέμου

 Λαμβάνοντας αφορμή από τα γεγονότα της Κέρκυρας και τις εκεί βαρβαρότητες (βλ. ΘΟΥΚ 3.69.1–3.81.5), ο Θουκυδίδης ανατέμνει στο σημείο αυτό την ανθρώπινη ψυχή και αναπτύσσει την παθολογία του εμφύλιου πολέμου.

Λήψη του αρχείου σε συμπιεσμένη μορφή

ΚΕΙΜΕΝΟ

[3.82.1] Οὕ­τως ὠ­μὴ <ἡ> στά­σις προὐ­χώ­ρη­σε, καὶ ἔ­δο­ξε μᾶλ­λον, δι­ό­τι ἐν τοῖς πρώ­τη ἐ­γέ­νε­το, ἐ­πεὶ ὕ­στε­ρόν γε καὶ πᾶν ὡς εἰ­πεῖν τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν ἐ­κι­νή­θη, δι­α­φο­ρῶν οὐ­σῶν ἑ­κα­στα­χοῦ τοῖς τε τῶν δή­μων προ­στά­ταις τοὺς Ἀ­θη­να­ί­ους ἐ­πά­γε­σθαι καὶ τοῖς ὀ­λί­γοις τοὺς Λα­κε­δαι­μο­νί­ους. καὶ ἐν μὲν εἰ­ρή­νῃ οὐκ ἂν ἐ­χόν­των πρό­φα­σιν οὐ­δ’ ἑ­το­ί­μων πα­ρα­κα­λεῖν αὐ­το­ύς, πο­λε­μου­μέ­νων δὲ καὶ ξυμ­μα­χί­ας ἅ­μα ἑ­κα­τέ­ροις τῇ τῶν ἐ­ναν­τί­ων κα­κώ­σει καὶ σφί­σιν αὐ­τοῖς ἐκ τοῦ αὐ­τοῦ προ­σποι­ή­σει ῥᾳ­δί­ως αἱ ἐ­πα­γω­γαὶ τοῖς νε­ω­τε­ρί­ζειν τι βου­λο­μέ­νοις ἐ­πο­ρί-
ζον­το.

[3.82.2] καὶ ἐ­πέ­πε­σε πολ­λὰ καὶ χα­λε­πὰ κα­τὰ στά­σιν ταῖς πό­λε­σι, γι­γνό­με­να μὲν καὶ αἰ­εὶ ἐ­σό­με­να, ἕ­ως ἂν ἡ αὐ­τὴ φύ­σις ἀν­θρώ­πων ᾖ, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἡ­συ­χα­ί­τε­ρα καὶ τοῖς εἴ­δε­σι δι­ηλ­λαγ­μέ­να, ὡς ἂν ἕ­κα­σται αἱ με­τα­βο­λαὶ τῶν ξυν­τυ­χι­ῶν ἐ­φι­στῶν­ται. ἐν μὲν γὰρ εἰ­ρή­νῃ καὶ ἀ­γα­θοῖς πράγ­μα­σιν αἵ τε πό­λεις καὶ οἱ ἰ­δι­ῶ­ται ἀ­με­ί­νους τὰς γνώ­μας ἔ­χου­σι διὰ τὸ μὴ ἐς ἀ­κου­σί­ους ἀ­νάγ­κας πί­πτειν· ὁ δὲ πό­λε­μος ὑ­φε­λὼν τὴν εὐ­πο­ρί­αν τοῦ κα­θ’ ἡ­μέ­ραν βί­αι­ος δι­δά­σκα­λος καὶ πρὸς τὰ πα­ρόν­τα τὰς ὀρ­γὰς τῶν πολ­λῶν ὁ­μοι­οῖ.

[3.82.3] ἐ­στα­σί­α­ζέ τε οὖν τὰ τῶν πό­λε­ων, καὶ τὰ ἐ­φυ­στε­ρί­ζοντά που πύ­στει τῶν προγε­νο­μέ­νων πο­λὺ ἐ­πέ­φε­ρε τὴν ὑ­περ­βο­λὴν τοῦ και­νοῦ­σθαι τὰς δι­α­νο­ί­ας τῶν τ’ ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων πε­ρι­τε­χνή­σει καὶ τῶν τι­μω­ρι­ῶν ἀ­το­πί­ᾳ.

[3.82.4] καὶ τὴν εἰ­ω­θυῖ­αν ἀ­ξί­ω­σιν τῶν ὀ­νο­μά­των ἐς τὰ ἔρ­γα ἀν­τήλ­λα­ξαν τῇ δι­και­ώ­σει. τόλ­μα μὲν γὰρ ἀ­λό­γι­στος ἀν­δρε­ί­α φι­λέ­ται­ρος ἐ­νο­μί­σθη, μέλ­λη­σις δὲ προ­μη­θὴς δει­λί­α εὐ­πρε­πής, τὸ δὲ σῶ­φρον τοῦ ἀ­νάν­δρου πρό­σχη­μα, καὶ τὸ πρὸς ἅ­παν ξυ­νε­τὸν ἐ­πὶ πᾶν ἀρ­γόν· τὸ δ’ ἐμ­πλή­κτως ὀ­ξὺ ἀν­δρὸς μο­ί­ρᾳ προ­σε­τέ­θη, ἀ­σφα­λε­ί­ᾳ δὲ τὸ ἐ­πι­βου­λε­ύ­σα­σθαι ἀ­πο­τρο­πῆς πρό­φα­σις εὔ­λο­γος.

[3.82.5] καὶ ὁ μὲν χα­λε­πα­ί­νων πι­στὸς αἰ­εί, ὁ δ’ ἀν­τι­λέ­γων αὐ­τῷ ὕ­πο­πτος. ἐ­πι­βου­λε­ύ­σας δέ τις τυ­χὼν ξυ­νε­τὸς καὶ ὑ­πο­νο­ή­σας ἔ­τι δει­νό­τε­ρος· προ­βου­λε­ύ­σας δὲ ὅ­πως μη­δὲν αὐ­τῶν δε­ή­σει, τῆς τε ἑ­ται­ρί­ας δι­α­λυ­τὴς καὶ τοὺς ἐ­ναν­τί­ους ἐκ­πε­πληγ­μέ­νος. ἁ­πλῶς δὲ ὁ φθά­σας τὸν μέλ­λον­τα κα­κόν τι δρᾶν ἐ­πῃ­νεῖ­το, καὶ ὁ ἐ­πι­κε­λε­ύ­σας τὸν μὴ δι­α­νο­ο­ύ­με­νον.

[3.82.6] καὶ μὴν καὶ τὸ ξυγ­γε­νὲς τοῦ ἑ­ται­ρι­κοῦ ἀλ­λο­τρι­ώ­τε­ρον ἐ­γέ­νε­το διὰ τὸ ἑ­τοι­μό­τε­ρον εἶ­ναι ἀ­προ­φα­σί­στως τολ­μᾶν· οὐ γὰρ με­τὰ τῶν κει­μέ­νων νό­μων ὠ­φε­λί­ας αἱ τοια­ῦται ξύ­νο­δοι, ἀλ­λὰ πα­ρὰ τοὺς κα­θε­στῶ­τας πλε­ο­νε­ξί­ᾳ. καὶ τὰς ἐς σφᾶς αὐ­τοὺς πί­στεις οὐ τῷ θε­ί­ῳ νό­μῳ μᾶλ­λον ἐ­κρα­τύ­νον­το ἢ τῷ κοι­νῇ τι πα­ρα­νο­μῆ­σαι.

[3.82.7] τά τε ἀ­πὸ τῶν ἐ­ναν­τί­ων κα­λῶς λε­γό­με­να ἐ­νε­δέ­χον­το ἔρ­γων φυ­λα­κῇ, εἰ προὔ­χοι­εν, καὶ οὐ γεν­ναι­ό­τη­τι. ἀν­τι­τι­μω­ρή­σα­σθαί τέ τι­να πε­ρὶ πλε­ί­ο­νος ἦν ἢ αὐ­τὸν μὴ προ­πα­θεῖν. καὶ ὅρ­κοι εἴ που ἄ­ρα γέ­νοιν­το ξυ­ναλ­λα­γῆς, ἐν τῷ αὐ­τί­κα πρὸς τὸ ἄ­πο­ρον ἑ­κα­τέ­ρῳ δι­δό­με­νοι ἴ­σχυ­ον οὐκ ἐ­χόν­των ἄλ­λο­θεν δύ­να­μιν· ἐν δὲ τῷ πα­ρα­τυ­χόν­τι ὁ φθά­σας θαρ­σῆ­σαι, εἰ ἴ­δοι ἄ­φαρ­κτον, ἥ­διον διὰ τὴν πί­στιν ἐ­τι­μω­ρεῖ­το ἢ ἀ­πὸ τοῦ προ­φα­νοῦς, καὶ τό τε ἀ­σφα­λὲς ἐ­λο­γί­ζε­το καὶ ὅ­τι ἀ­πά­τῃ πε­ρι­γε­νό­με­νος ξυ­νέ­σε­ως ἀ­γώ­νι­σμα προ­σε­λάμ­βα­νεν. ῥᾷ­ον δ’ οἱ πολ­λοὶ κα­κοῦρ­γοι ὄν­τες δε­ξιοὶ κέ­κλην­ται ἢ ἀ­μα­θεῖς ἀ­γα­θοί, καὶ τῷ μὲν αἰ­σχύ­νον­ται, ἐ­πὶ δὲ τῷ ἀ­γάλ­λον­ται.

[3.82.8] πάν­των δ’ αὐ­τῶν αἴ­τιον ἀρ­χὴ ἡ διὰ πλε­ο­νε­ξί­αν καὶ φι­λο­τι­μί­αν· ἐκ δ’ αὐ­τῶν καὶ ἐς τὸ φι­λο­νι­κεῖν κα­θι­στα­μέ­νων τὸ πρό­θυ­μον. οἱ γὰρ ἐν ταῖς πό­λε­σι προ­στάν­τες με­τὰ ὀ­νό­μα­τος ἑ­κά­τε­ροι εὐ­πρε­ποῦς, πλή­θους τε ἰ­σο­νο­μί­ας πο­λι­τι­κῆς καὶ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας σώ­φρο­νος προ­τι­μή­σει, τὰ μὲν κοι­νὰ λό­γῳ θε­ρα­πε­ύ­ον­τες ἆ­θλα ἐ­ποι­οῦν­το, παν­τὶ δὲ τρό­πῳ ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι ἀλ­λή­λων πε­ρι­γί­γνε­σθαι ἐ­τόλ­μη­σάν τε τὰ δει­νό­τα­τα ἐ­πε­ξῇ­σάν τε τὰς τι­μω­ρί­ας ἔ­τι με­ί­ζους, οὐ μέ­χρι τοῦ δι­κα­ί­ου καὶ τῇ πό­λει ξυμ­φό­ρου προ­τι­θέν­τες, ἐς δὲ τὸ ἑ­κα­τέ­ροις που αἰ­εὶ ἡ­δο­νὴν ἔ­χον ὁ­ρί­ζον­τες, καὶ ἢ με­τὰ ψή­φου ἀ­δί­κου κα­τα­γνώ­σε­ως ἢ χει­ρὶ κτώ­με­νοι τὸ κρα­τεῖν ἑ­τοῖ­μοι ἦ­σαν τὴν αὐ­τί­κα φι­λο­νι­κί­αν ἐκ­πιμ­πλά­ναι. ὥ­στε εὐ­σε­βε­ί­ᾳ μὲν οὐ­δέ­τε­ροι ἐ­νό­μι­ζον, εὐ­πρε­πε­ί­ᾳ δὲ λό­γου οἷς ξυμ­βα­ί­η ἐ­πι­φθό­νως τι δι­α­πρά­ξα­σθαι,  ἄ­μει­νον ἤ­κου­ον. τὰ δὲ μέ­σα τῶν πο­λι­τῶν ὑ­π’ ἀμ­φο­τέ­ρων ἢ ὅ­τι οὐ υ­νη­γω­νί­ζον­το ἢ φθό­νῳ τοῦ πε­ρι­εῖ­ναι δι­ε­φθε­ί­ρον­το.

            [3.83.1] Οὕ­τω πᾶ­σα ἰ­δέ­α κα­τέ­στη κα­κο­τρο­πί­ας διὰ τὰς στά­σεις τῷ Ἑλ­λη­νι­κῷ, καὶ τὸ εὔ­η­θες, οὗ τὸ γεν­ναῖ­ον πλεῖ­στον με­τέ­χει, κα­τα­γε­λα­σθὲν ἠ­φα­νί­σθη, τὸ δὲ ἀν­τι­τε­τά­χθαι ἀλ­λή­λοις τῇ γνώ­μῃ ἀ­πί­στως ἐ­πὶ πο­λὺ δι­ή­νεγ­κεν· [3.83.2] οὐ γὰρ ἦν ὁ δι­α­λύ­σων οὔ­τε λό­γος ἐ­χυ­ρὸς οὔ­τε ὅρ­κος φο­βε­ρός, κρε­ίσ­σους δὲ ὄν­τες ἅ­παν­τες λο­γι­σμῷ ἐς τὸ ἀ­νέλ­πι­στον τοῦ βε­βα­ί­ου μὴ πα­θεῖν μᾶλ­λον προὐ­σκό­πουν ἢ πι­στεῦ­σαι ἐ­δύ­ναν­το.

 

[3.83.3] καὶ οἱ φαυ­λό­τε­ροι γνώ­μην ὡς τὰ πλε­ί­ω πε­ρι­ε­γί­γνον­το· τῷ γὰρ δε­δι­έ­ναι τό τε αὑ­τῶν ἐν­δε­ὲς καὶ τὸ τῶν ἐ­ναν­τί­ων ξυ­νε­τόν, μὴ λό­γοις τε ἥσ­σους ὦ­σι καὶ ἐκ τοῦ πο­λυ­τρό­που αὐ­τῶν τῆς γνώ­μης φθά­σω­σι προ­ε­πι­βου­λευ­ό­με­νοι, τολ­μη­ρῶς πρὸς τὰ ἔρ­γα ἐ­χώ­ρουν.

 

[3.83.4] οἱ δὲ κα­τα­φρο­νοῦν­τες κἂν προ­αι­σθέ­σθαι καὶ ἔρ­γῳ οὐ­δὲν σφᾶς δεῖν λαμ­βά­νειν ἃ γνώ­μῃ ἔ­ξε­στιν, ἄ­φαρ­κτοι μᾶλ­λον δι­ε­φθε­ί­ρον­το.

 

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

 [3.82.1] Σε τέτοιες άκρες αγριότητες έφτασε ο εμφύλιος πόλεμος και φάνηκε φριχτός περισσότερο γιατί ήταν από τις πρώτες εκδηλώσεις, ενώ αργότερα μπορεί να πει κανείς πως ολόκληρος ο Ελληνικός κόσμος συνταράχτηκε με τον ίδιο τρόπο, γιατί υπήρχαν εσωτερικές διαφορές σε κάθε τόπο ανάμεσα στους δημοκρατικούς αρχηγούς, που καλούσαν τους Αθηναίους να τους υποστηρίξουν, και στους ολιγαρχικούς, που φώναζαν τους Λακεδαιμονίους. Βέβαια, σε καιρό ειρήνης, δε θα ήταν εύκολο να βρουν αιτία για επανάσταση, ούτε θα ήταν τόσο πρόθυμοι να καλέσουνε βοήθεια απ’ έξω· αλλά τώρα που βρίσκονταν σε πόλεμο οι δυο μεγάλοι, και υπήρχαν οι συμμαχίες με τον έναν ή τον άλλον από τους δυο, δεν εδίσταζαν να επικαλεστούν τη βοήθειά τους και να την επιτύχουν όσοι ήθελαν να κάνουν πραξικόπημα για ν’ αλλάξουν το καθεστώς, για να βλάψουν τους εχτρούς τους και συνάμα για να ενισχύσουν τη δική τους μερίδα.

 [3.82.2] Κ’ έπεσαν πολλές και βαρειές συμφορές στα διάφορα κράτη από τις εσωτερικές τους επαναστάσεις, τέτοιες που γίνονται βέβαια και θα γίνονται πάντοτε όσο μένει ίδιο το φυσικό του ανθρώπου, αλλά που μπορεί να συντύχουν πιο άγρια ή πιο μαλακά, και που θ’ αλλάζουνε μορφή ανάλογα με το πώς θα παρουσιαστούν κάθε φορά οι παραλλαγμένες περιστάσεις. Γιατί σε καιρούς ειρήνης κι όταν υπάρχει σχετική ευημερία, τόσο οι πολιτείες όσο και τα άτομα, είναι πιο καλοπροαίρετοι ο ένας για τον άλλον, επειδή δε φτάνουνε σε απόγνωση από άκρα ανάγκη που δεν τους ήρθε με τη θέλησή τους· ο πόλεμος όμως, που παίρνει ύπουλα κάτω απ’ τα πόδια των ανθρώπων την ευκολία να κερδίζουν το καθημερινό τους, τους διδάσκει την ωμότητα, κ’ εντείνει την αγανάχτηση των πολλών ανάλογα με την κατάσταση όπου τους φέρνει.

 [3.82.3] Γίνονταν λοιπόν επαναστάσεις στις πολιτείες, κι αν τυχόν καμιά είχε καθυστερήσει, μαθαίνοντας το τι είχε σταθεί αλλού πρωτύτερα, προχωρούσε μακρύτερα στις άκρες βιαιότητες, και ξάναβαν τα μυαλά των ανθρώπων προσπαθώντας να επινοήσουν κάτι χειρότερο και πιο περίτεχνο, και να επιβάλουν πιο τερατώδεις αντεκδικήσεις.

 [3.82.4] Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Έτσι η αστόχαστη αποκοτιά θεωρήθηκε παλικαριά γι’ αγάπη των συντρόφων, ο δισταγμός από πρόνοια για το μέλλον δειλία που προβάλλει ενάρετες δικαιολογίες, η γνωστική μετριοπάθεια ως πρόφαση ανανδρίας, και η ικανότητα να βλέπει κανείς όλες τις πλευρές μιας κατάστασης, ανικανότητα να δράσει από καμιά· την απότομη και βίαιη αντίδραση, την πρόσθεσαν στα προτερήματα του αντρός, και η αποχή από τις ραδιουργίες λογίστηκε φαινομενικά λογική πρόφαση για ν’ αποφύγει κανείς τον κίντυνο.

 [3.82.5] Τον αδιάκοπα έξαλλο κατήγορο τον θεωρούσαν πάντα αξιόπιστο, όποιον όμως του αντιμιλούσε, τον υποψιάζονταν για προδοσία. Κι αν έκανε κανείς ραδιουργίες και πετύχαινε, τον είχαν για έξυπνο, κι όποιος υποψιαζόταν και ξεσκέπαζε έγκαιρα τα σχέδια του άλλου ήταν ακόμα πιο καπάτσος. Όποιος όμως προνοούσε ώστε να μη χρειαστούν αυτά καθόλου, έλεγαν πως διαλύει το κόμμα κι αφήνει να τον τρομοκρατήσουν οι αντίπαλοι. Και μ’ ένα λόγο, όποιος πρόφταινε να κάνει το κακό πριν από τον άλλον άκουγε παινέματα, καθώς κι όποιος παρακινούσε στο κακό έναν άλλον που δεν το είχε προτήτερα βάλει στο νου του.

[3.82.6] Κι ο συγγενής λογιζόταν πιο ξένος από τον κομματικό σύντροφο, επειδή ο σύντροφος ήταν πιο πρόθυμος να ριχτεί στον κίντυνο για το κόμμα χωρίς να εξετάσει την αληθινή αιτία της πράξης του. Οι κομματικοί σύντροφοι δε συνδεόταν μεταξύ τους σύμφωνα με τους νόμους που ίσχυαν γι’ αμοιβαία ωφέλεια αλλά για να κερδίσουν πλεονεκτήματα στο πείσμα των νόμων και των κοινωνικών ηθών. Και την εμπιστοσύνη μεταξύ τους δεν την επικύρωναν όρκοι προς τους θεούς, όπως συνηθιζόταν άλλοτε, αλλά ο σκοπός να πατήσουν το νόμο με κοινήν ενέργεια.

 [3.82.7] Τις δίκαιες προτάσεις των αντιπάλων τις δέχονταν μ’ επιφύλαξη παρακολουθώντας τις πράξεις τους αν ήταν πιο ισχυροί κι όχι με γενναιοψυχία. Και κοίταζαν περισσότερο να πάρουν εκδίκηση παρά να φυλαχτούνε για να μην πάθουν πρώτα οι ίδιοι. Κι αν σε κάποια περίσταση έδιναν κ’ έπαιρναν όρκους να συμφιλιωθούν, οι όρκοι ίσχυαν γιατί τη στιγμή εκείνη δεν ήτανε σε θέση κανένας από τους δυο να κάνει τίποτ’ άλλο, επειδή δεν είχαν να περιμένουν ενίσχυση από πουθενά αλλού· μόλις όμως δινόταν η ευκαιρία, εκείνος που πρόφταινε να τολμήσει, αν έβλεπε πουθενά ανοιχτό τον αντίπαλο, του την έφερνε με μεγαλύτερη χαρά επειδή είχε δώσει τα πιστά παρά αν τον εζημίωνε κατ’ ευθεία και φανερά· και λογιζόταν το φέρσιμο τούτο όχι μόνο πιο σίγουρο, αλλά, επειδή είχε υπερισχύσει με πονηριά, έπαιρνε και το χαραχτήρα νίκης σε αγώνα εξυπνάδας. Κ’ ευκολότερα νομίζονταν επιδέξιοι οι πολλοί που κακουργούν, παρά ενάρετοι όσοι δεν ξέρουν απ’ αυτά. Και ντρέπονται για τούτο το δεύτερο ενώ καμαρώνουνε για το πρώτο.

 [3.82.8] Αιτία για ολ’ αυτά είναι η όρεξη ν’ αποχτήσουν δύναμη οι άνθρωποι από απληστία και φιλοδοξία· κι’ απ αυτά πηγάζει η ορμή που τους σπρώχνει, μια και μπούνε στη διαμάχη των κομμάτων. Γιατί όσοι ξεπρόβαλαν κάθε φορά σαν αρχηγοί στις πολιτείες, ο καθένας με ωραίο και αξιοπρεπές σύνθημα, πως εκτιμούν πάνω απ’ όλα την ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στη διοίκηση [της πολιτείας], ή τη γνωστική και μετρημένη κυβέρνηση των πιο καλών, γνοιάζονταν για τα κοινά μόνο με τα λόγια, ενώ κέρδιζαν πλεονεκτήματα για τον εαυτό τους, και πολεμώντας με κάθε τρόπο να υπερισχύσουν ο ένας από τον άλλον πολλές φορές ως τώρα τόλμησαν να κάνουν τα πιο φοβερά πράματα, κ’ επιδίωξαν να εκδικηθούν τους αντιπάλους τους όχι ως εκεί που επιτρέπει η δικαιοσύνη και το συμφέρον της πολιτείας, αλλά κάνοντας τις πιο άγριες πράξεις, με μοναδικό περιορισμό το τι ήταν πιο ευπρόσδεκτο κάθε φορά για τη μια ή την άλλη μερίδα· και δεν εδίστασαν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν την αρχή είτε καταδικάζοντας τους αντιπάλους με άδικη ψήφο του λαού, είτε με βίαιο πραξικόπημα, να χορτάσουν τη φιλοδοξία τους της στιγμής. Έτσι που κανείς από τους δυο δεν ακολουθούσε τους κανόνες του σεβασμού προς το δίκαιο και το σωστό, αλλά όσοι τύχαινε με ωραία και πρεπούμενα λόγια να σκεπάσουν τις πιο ανόσιες πράξεις, αποχτούσαν καλύτερη φήμη. Οι πιο μετριοπαθείς πολίτες θανατώνονταν κι από τους δυο, είτε γιατί δε βοηθούσαν τον αγώνα τους ή γιατί τους φθονούσαν οι άρχοντες ως και την πιθανότητα να επιζήσουν.

 [3.83.1] Έτσι γίνηκαν κάθε λογής διαστρεμμένα εγκλήματα ανάμεσα στους Έλληνες κ’ αιτία τους ήταν οι εσωτερικές διενέξεις κ’ επαναστάσεις. Και οι ηθικοί τρόποι που συγγενεύουν τα πιο στενά με την ευγενική φύση, έγιναν καταγέλαστοι και αφανίστηκαν, κ’ επικράτησαν οι οξείες αντιθέσεις των αντιπάλων κομμάτων με διαμετρικά αντίθετα φρονήματα, χωρίς ίχνος αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

 [3.83.2] Γιατί δεν υπήρχε τίποτα που να διαλύσει τη δυσπιστία αυτή, ούτε λόγος που να δίνει εγγύηση, ούτε όρκος που να φοβάται κανείς να τον πατήσει. Κι όταν επικρατούσαν, όλοι στοχάζονταν πως δεν είχαν καμιάν ελπίδα να εξασφαλιστούνε μόνιμα, γι’ αυτό περισσότερο φρόντιζαν πώς να μην πάθουν αυτοί πρώτοι παρά που μπορούσαν να δώσουν πίστη στους άλλους.

 [3.83.3] Και τις περισσότερες φορές επέπλεαν όσοι είχαν τις κατώτερες διάνοιες, γιατί επειδή φοβούνταν τόσο την ίδια τους κατωτερότητα όσο και την εξυπνάδα των αντιπάλων, μήπως γι’ αυτό δεν μπορέσουν να επιβάλουν τη γνώμη τους με τα λόγια, και μήπως με την ευστροφία τους οι άλλοι προφτάσουν να τους συκοφαντήσουν και να εξυφάνουν τα συνωμοτικά τους σχέδια πρωτύτερα, τολμούσαν να κάνουνε πραξικοπήματα με αναίδεια.

 [3.83.4] Ενώ όσοι δεν καταδέχονταν να λάβουν τα μέτρα τους έγκαιρα, βέβαιοι πώς θα προαισθάνονταν τον κίντυνο, γιατί νόμιζαν πως δε χρειάζονται οι πράξεις εκεί που έφτανε η γνώση, πιάνονταν αφύλαχτοι και θανατώνονταν.

   Συνέχεια ανάγνωσης «Η «Παθολογία» του πολέμου»