συγγραφέα, καθηγητή και προεδρεύοντα στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.
Το μοντέρνο των αρχών του αιώνα μας ήθελε νέα μορφή σε όλα τα είδη τέχνης και επιστήμης, που να ανταποκρίνεται στο εκάστοτε σύγχρονο κοινό. Aπέκλειε κάθε σχέση με το παρελθόν και τις επιδράσεις του. Το δε αντιμοντέρνο βρίσκει την παραπάνω τάση χαοτική και συχνά αντιφατική ή συμπληρωματική και γι’ αυτό επιστρέφει σε παραδοσιακές δοκιμασμένες μορφές και μεθόδους. Το μεταμοντέρνο, αντίθετα, δεν αντιτίθεται στο μοντέρνο, το υπερβαίνει. Ξεπερνάει δηλαδή σκόπιμα, και κάποτε άκριτα, και το παραδοσιακό και το μοντέρνο. Στην ποίηση φτάνει να συγγενεύει προς την αυτόματη γραφή του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού, ενώ στην κριτική καταργεί όλες τις σχολές και είναι ανοιχτό σε όλες τις εκδοχές.
Αυτό άλλωστε είναι και η βασική σημασία τού μετά – και όλων των «μεταϊσμών». Οφείλεται στην ανακατάταξη και επανεξέταση όλων των υπαρχόντων σχημάτων και τρόπων, που συνεπάγεται το «τέλος» όλων των πραγμάτων. Και θα έχετε βέβαια προσέξει ότι, εν όψει του τέλους του 20ου αιώνα και της δεύτερης μεταχριστιανικής χιλιετίας, όλοι μιλούσαν και έγραφαν για το «τέλος» όλων των πραγμάτων, σαν να ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος κανενός πράγματος, υπάρχει αέναη ροή, αλλαγή και αντικατάσταση ή αλληλοδιαδοχή. Γι’ αυτό το «τέλος» (και πρώτο αυτό το παρεξηγημένο του Φουκουγιάμα για την Ιστορία) πρέπει να γράφεται με εισαγωγικά και το «μετά» να εννοείται εντός εισαγωγικών.
Ο Θουκυδίδης για τους θεωρητικούς, τους κλασικιστές και τους κριτικούς, που εξέφραζαν το μοντερνισμό το 1920, είχε σημασία όχι τόσο για την Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου όσο για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τους μεταμοντέρνους του 1990-2000 έχει σημασία για όλες τις εποχές, για όλους τους λαούς, για όλες τις συγκρούσεις. Καθώς ενδιαφέρεται να ισορροπήσει τους λόγους με τα έργα, να ανεύρει τις αληθείς αιτίες των γεγονότων, να αναγάγει το «τόδε τι) στο «καθ’ όλου», ο Θουκυδίδης καταφέρνει αβίαστα να κάνει ιο έργο του όντως «κτήμα ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν», με νηφαλιότητα αλλά και ένωση, με αντικειμενικότητα αλλά και για λόγους προσωπικών παθημάτων και ταξικής αλληλεγγύης – π.χ. Κλέων και Νικίας, αντίστοιχα) συγγνωστή μεροληπτικότητα, με ορθολογισμό αλλά και προφητική ενόραση («γιγvόμενα μεν και αιεί εσόμενα, έως αν η αυτή ψύσις ανθρώπων ή, 3.82.2), με συγκεκριμένη ιστορικότητα αλλά και φιλοσοφική υπεριστορικότητα (με τη σημασία που έδωσε στον όρο ο Λουί Αλτουσέρ, δηλαδή αυτού που ξεπερνάει τα συγκεκριμένα δεδομένα τόπου, χρόνου, συνθηκών) είναι ο μόνος ιστορικός της γης, που απέρριψε έμπρακτα τον αφορισμό του Αριστοτέλη ότι η ποίηση (δηλαδή εν προκειμένω η τραγωδία) είναι πιο φιλοσοφική από την lστοριογραφία.


