ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

kion1ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 

 Λήψη του αρχείου

William D. Furley

 

Όπως έχουν σημειώσει πολλοί, οι θεοί λάμπουν διά της απουσίας τους στον Θουκυδίδη. Αυτό πρέπει να συνιστά μα εσκεμμένη τακτική εκ μέρους του ιστορικού, διότι κανένα άλλο λογοτεχνικό είδος της περιόδου δεν αγνοεί τους θεούς κατά τον ίδιο τρόπο. Εκτός από την ποίηση (π.χ. την τραγωδία), που βρίθει ομιλούντων και δρώντων θεών, και τα είδη του πεζού λόγου, επίσης, αναφέρονται ανοιχτά στη θεϊκή παρέμβαση στις ανθρώπινες υποθέσεις. Αυτό ισχύει για τον Ηρόδοτο,[1] αλλά και για τη δικανική ρητορική του 5ου αιώνα. Γιατί λοιπόν αυτή η επιφύλαξη σχετικά με τους θεούς στον Θουκυδίδη; Μήπως επειδή ήταν, σύμφωνα με τα λόγια ενός αρχαίου σχολιαστή, ‘άθεος έως έναν βαθμό’ (άθεος ήρεμα);[2] Ή μήπως η άρνησή του να κάνει υποθέσεις για τη θεϊκή βούληση και δράση αποτελούσε ένδειξη σεβασμού για μια σφαίρα που υπερέβαινε την ανθρώπινη γνώση; Αμφότερες οι θέσεις είναι, εκ πρώτης όψεως, βάσιμες. Η πρώτη θα υποδήλωνε έναν ιστορικό που, λόγω της επίδρασης του σοφιστικού διαφωτισμού, αγνοούσε τη θρησκεία ως μια αδιάφορη, παλιομοδίτικη θεώρηση του κόσμου και της ανθρώπινης ζωής· η δεύτερη θα θεωρούσε τον Θουκυδίδη έναν εκπρόσωπο εκείνης της ‘αρχαϊκής απλότητας’[3] που αναγνώριζε ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τους θεούς και που, ενώ δεχόταν την ανωτερότητα του θείου, επικέντρωνε το ενδιαφέρον της στα ανθρώπινα πράγματα ως τη μοναδική σφαίρα που είναι προσιτή στη λογική ανάλυση.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ»

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΗΡΟΔΟΤΟΣ

kion1ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΗΡΟΔΟΤΟΣ:

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΟΥΣ

 Λήψη του αρχείου

Ζαχαρίας Ρογκότης

Το παρόν κεφάλαιο διερευνά όψεις της διακειμενικότητας μεταξύ του Θουκυδίδη και του Ηροδότου. Η εξέταση των θεματικών, δομικών και λεξικολογικών συνδετικών κρίκων μεταξύ των δύο ιστορικών είναι χρήσιμη από δύο απόψεις: κατ’ αρχάς προσφέρει ενδείξεις για το ότι οι δύο ιστορικοί μοιάζουν ως προς τις μεθόδους τους, τη λογοτεχνική παρουσίαση και τις απόψεις για την ιστορική αιτιολογία περισσότερο από ότι συνήθως, σχεδόν αξιωματικά, πιστεύεται. Έπειτα βοηθά να αποφασίσουμε αν ο Θουκυδίδης γνώριζε – και ίσως και επηρεάστηκε – από το έργο του προκατόχου του.

Πρέπει όμως να αρχίσω με μια μεθοδολογικής φύσης παρατήρηση. Πιστεύω ότι το μέγεθος και η φύση της σχέσης μεταξύ του Θουκυδίδη και του προκατόχου του είναι στοιχεία ασαφή, αν όχι εντελώς σκοτεινά. Αυτό οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο ότι ο Θουκυδίδης αποφεύγει να αναφερθεί στον προκάτοχό του ονομαστικά και με αυτόν τον τρόπο δεν δηλώνει αν χρησιμοποίησε το έργο του ως πηγή ή ως πρότυπο. Έτσι, κάθε προσπάθεια να διερευνήσει κανείς τη σχέση μεταξύ των δύο ιστορικών δεν είναι δυνατόν να είναι περισσότερο από εικοτολογία. Αυτό είναι ακόμη πιο φανερό εάν συγχρόνως λάβουμε υπόψη το απέραντο λογοτεχνικό υλικό το οποίο έχει χαθεί για πάντα ή έχει σωθεί αποσπασματικά, και επίσης τη μεγάλη επιρροή του Ομήρου, των λυρικών ποιητών και της τραγωδίας, όλων δηλαδή αυτών των ανεξάντλητων και κοινών ‘αποθεμάτων’ πνευματικής και λογοτεχνικής κληρονομιάς, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν γίνονται συγκρίσεις μεταξύ δύο αρχαίων συγγραφέων.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΗΡΟΔΟΤΟΣ»