Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ
Το τελευταίο έτος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ντ. Ρούσβελτ παρατήρησε ότι ‘στον μελλοντικό κόσμο η κατάχρηση εξουσίας, όπως υπονοείται από τον όρο ‘πολιτική της ισχύος’, δεν πρέπει να είναι ο βασικός παράγοντας στις διεθνείς σχέσεις’.[1] Σε έναν προεκλογικό λόγο το 1992 ο υποψήφιος Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον εξέφρασε παρόμοιες απόψεις όταν δήλωσε ότι ‘σε έναν κόσμο στον οποίο προάγεται η ελευθερία, όχι η τυραννία, η κυνική προσφυγή στην πολιτική της ισχύος δεν έχει νόημα’.[2] Αν και δύο πολιτικοί φαίνονται να κατανοούν τι σημαίνει ο όρος ‘πολιτική της ισχύος’ να τον χρησιμοποιούν με τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να συμφωνήσουν πολλοί μελετητές της ιστορίας και των πολιτικών επιστημών, οι εννοιολογικές αποχρώσεις του είναι τέτοιες που θα ωφελούσε να μελετήσουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος, πριν εξετάσουμε τη χρήση του από τον Θουκυδίδη τον ρόλο που διαδραματίζει στην Ιστορία και τη σκέψη του.[3] Ο πολιτικός επιστήμονας John Mearsheimer στη σημαντική μελέτη του Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων υποστηρίζει ότι η δύναμη δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα υλικά μέσα που έχει στη διάθεσή του ένα κράτος. Σε αυτά θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν ασφαλώς τα στρατιωτικά μέσα, αλλά και άλλες μορφές ισχύος όπως ο πλούτος θα συνιστούσαν επίσης έναν σημαντικό παράγοντα δύναμης. Άλλοι πολιτικοί επιστήμονες – για παράδειγμα ο Robert Dahl – που μελετούν τη φύση της δύναμης παίρνουν διαφορετική θέση υποστηρίζοντας ότι η δύναμη μπορεί να εντοπισθεί μόνο μέσα από τα αποτελέσματα των διενέξεων, όταν ένα κράτος έχει ασκήσει, έλεγχο ή επιρροή σε άλλους.[4] Η επιτυχία, λοιπόν, αποδεικνύει τη δύναμη. Αυτοί οι ορισμοί υποδηλώνουν μια μάλλον ουδέτερη σημασία της έννοιας της δύναμης, μια άποψη με την οποία συμφωνεί και ο A. G. Woodhead (βλ. τη συζήτηση παρακάτω).[5] Ο πολιτικός επιστήμονας R. Ν. Lebow, ωστόσο, προσθέτει έναν δυσοίωνο τόνο, όταν σημειώνει ότι ‘όταν διαμορφώνονται συμφέροντα έξω από τη γλώσσα της δικαιοσύνης, Οα εξισωθούν με τη δύναμη και Οα ενθαρρύνουν πολιτικές αύξησης της ισχύος’.[6] Αυτό το ηθικό κριτήριο, ο βαθμός στον οποίο το σωστό και το λάθος υπεισέρχονται στην πολιτική και τη δύναμη, προσθέτει έναν λεπτό παράγοντα, που προσφέρει μια γέφυρα ανάμεσα στις συζητήσεις για τη δύναμη και στη χρήση της στον Θουκυδίδη και στον 21ο αιώνα.



