Η ΑΘΗΝΑ, ο ιστορικός και η ταφή* *
(για την παρέκβαση του «ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ» στην Ιστορία του Θουκυδίδη)
Directeur d’ eludes (Ecole des Haules Eludes en Sciences Sociales, Παρίσι)
(μετάφραση Στέλλας Γεωργούδη)
«Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι κρατώντας την προγονική συνήθεια οργάνωσαν με δημόσια φροντίδα την τελετή της ταφής γι’ αυτούς που σκοτώθηκαν πρώτοι σε τούτον τον πόλεμο, με τέτοιον τρόπο· κάνουν μια εξέδρα, και πριν από δύο μέρες εκθέτουν τα κόκαλα των νεκρών- και φέρνει καθένας στον δικό του αν θελήσει κάτι. Και όταν έρθει η ώρα να τους βγάλουν, σέρνουν αμάξια θήκες κυπαρισσένιες, μια για κάθε φυλή. Του καθενός τα κόκαλα βρίσκονται μέσα στη θήκη της φυλής που ανήκε. Και είναι ένα φέρετρο, που το κουβαλούν στρωμένο άδειο, των εξαφανισμένων, αυτών που έτυχε να μην τους βρουν να τους σηκώσουν. Στην κηδεία παίρνει μέρος όποιος θέλει και από τους ντόπιους και από τους ξένους- κι είναι και γυναίκες μπροστά, οι συγγένισσες, που κλαίνε πάνω στον τάφο1. Πάνε λοιπόν και τους βάζουν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στην πιο ωραία συνοικία έξω από την πόλη. Σ’ αυτό θάβουν κάθε φορά τους νεκρούς του πολέμου, εξόν απ’ όσους έπεσαν στο Μαραθώνα. Εκείνων η παλικαριά έκριναν ότι στάθηκε απαρομοίαστη και έτσι τους έκαναν στο ίδιο μέρος και τον τάφο. Και όταν τους σκεπάσει η γη, ένας που τον ξέρουν για μυαλωμένο πολύ κι έχει και ξεχωριστήν επιβολή στους άλλους, τον έχει ορίσει η πολιτεία και μιλά πάνω σ’ αυτούς λέγοντας τον έπαινο που τους ταιριάζει. Έπειτα φεύγουν. Με τέτοιον τρόπο κάνουν την ταφή. Και όσο βάστηξε ο πόλεμος, κάθε φορά που τους τύχαινε, κρατούσαν τη συνήθεια αυτή.» 2
Ἔτσι λοιπόν μᾶς παρουσιάζεται, στίς Ἱστορίες τοῦ Θουκυδίδη, ἡ «παρέκβαση» (ὅπως τήν ὀνομάζουν οἱ ἱστορικοί τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας), ἡ σχετική μέ τή δημόσια ταφή πού ἔγινε στήν Ἀθήνα. Πράγματι, ἀνάμεσα στό πρῶτο καί στό δεύτερο ἔτος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου παρεμβάλλεται στήν ἀφήγησή τοῦ Θουκυδίδη ἡ περιγραφή μίας τελετῆς, πού συνυφαίνεται βέβαια μέ τήν ἐξιστό-ρηση τῶν στρατιωτικῶν γεγονότων, ἀλλά καί τή διακόπτει ταυτόχρονα γι’ ἀρκετό διάστημα. Πρέπει ὅμως νά καταλάβουμε γιατί ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας, πού γράφει ἱστορία, σταματάει ξαφνικά τή διήγησή του γιά νά περιγράψει μιά ταφή· γιατί εἰσάγει, μέσα στόν διηγηματικά χρόνο, μιά ἱερουργία πού ἐπιβραδύνει τόν ρυθμό τῆς ἀφήγησης.



