Η ΑΘΗΝΑ, ο ιστορικός και η ταφή

kion1Η ΑΘΗΝΑ, ο ιστορικός και η ταφή* *

(για την παρέκβαση του «ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ» στην Ιστορία του Θουκυδίδη)

Nicole Loraux

Directeur d’ eludes (Ecole des Haules Eludes en Sciences Sociales, Παρίσι)

(μετάφραση Στέλλας Γεωργούδη)

«Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι κρατώντας την προγονική συνήθεια οργάνωσαν με δημόσια φροντίδα την τελετή της ταφής γι’ αυτούς που σκοτώθηκαν πρώτοι σε τούτον τον πόλεμο, με τέτοιον τρόπο· κάνουν μια εξέδρα, και πριν από δύο μέρες εκθέτουν τα κόκαλα των νεκρών- και φέρνει καθένας στον δικό του αν θελήσει κάτι. Και όταν έρθει η ώρα να τους βγάλουν, σέρνουν αμάξια θήκες κυπαρισσένιες, μια για κάθε φυλή. Του καθενός τα κόκαλα βρίσκονται μέσα στη θήκη της φυλής που ανήκε. Και είναι ένα φέρετρο, που το κουβαλούν στρωμένο άδειο, των εξαφανισμένων, αυτών που έτυχε να μην τους βρουν να τους σηκώσουν. Στην κηδεία παίρνει μέρος όποιος θέλει και από τους ντόπιους και από τους ξένους- κι είναι και γυναίκες μπροστά, οι συγγένισσες, που κλαίνε πάνω στον τάφο1. Πάνε λοιπόν και τους βάζουν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στην πιο ωραία συνοικία έξω από την πόλη. Σ’ αυτό θάβουν κάθε φορά τους νεκρούς του πολέμου, εξόν απ’ όσους έπεσαν στο Μαραθώνα. Εκείνων η παλικαριά έκριναν ότι στάθηκε απαρομοίαστη και έτσι τους έκαναν στο ίδιο μέρος και τον τάφο. Και όταν τους σκεπάσει η γη, ένας που τον ξέρουν για μυαλωμένο πολύ κι έχει και ξεχωριστήν επιβολή στους άλλους, τον έχει ορίσει η πολιτεία και μιλά πάνω σ’ αυτούς λέγοντας τον έπαινο που τους ταιριάζει. Έπειτα φεύγουν. Με τέτοιον τρόπο κάνουν την ταφή. Και όσο βάστηξε ο πόλεμος, κάθε φορά που τους τύχαινε, κρατούσαν τη συνήθεια αυτή.» 2

 

 

Ἔτσι λοιπόν μᾶς παρουσιάζεται, στίς Ἱστορίες τοῦ Θουκυδίδη, ἡ «παρέκβαση» (ὅπως τήν ὀνομάζουν οἱ ἱστορικοί τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας), ἡ σχετική μέ τή δημόσια ταφή πού ἔγινε στήν Ἀθήνα. Πράγματι, ἀνάμεσα στό πρῶτο καί στό δεύτερο ἔτος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου παρεμβάλλεται στήν ἀφήγησή τοῦ Θουκυδίδη ἡ περιγραφή μίας τελετῆς, πού συνυφαίνεται βέβαια μέ τήν ἐξιστό-ρηση τῶν στρατιωτικῶν γεγονότων, ἀλλά καί τή διακόπτει ταυτόχρονα γι’ ἀρκετό διάστημα. Πρέπει ὅμως νά καταλάβουμε γιατί ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας, πού γράφει ἱστορία, σταματάει ξαφνικά τή διήγησή του γιά νά περιγράψει μιά ταφή· γιατί εἰσάγει, μέσα στόν διηγηματικά χρόνο, μιά ἱερουργία πού ἐπιβραδύνει τόν ρυθμό τῆς ἀφήγησης.

  Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΑΘΗΝΑ, ο ιστορικός και η ταφή»

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

kion1Η θέα από ψηλά:

Ανακάλυψη των επιστημών του ανθρώπου

 

Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της

«Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΣΤΟ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ»

 

Jacqueline de Romilly

Η εκτίμηση της συμβολής αυτών των κάθε λογής κρίσεων δεν είναι εύκολη. Γιατί, από τη στιγμή που τις χωρίζει κανείς από τα συμφραζόμενά τους, φτωχαίνουν, σε σημείο που να φαίνονται αυταπόδεικτες αλήθειες ή απλές κοινοτοπίες, τουλάχιστον αμφισβητήσιμες. Πραγματικά, μόνο ο συνδυασμός των κρίσεων μεταξύ τους και ο έλεγχος, που ασκεί ο συσχετισμός με αντίθετες αναλύσεις και με τη διήγηση, δίνουν στις βεβαιώσεις αυτές μια συγκεκριμένη και κατά κάποιο τρόπο επιστημονική αξία· έτσι αποφεύγεται πραγματικά ο υπερβολικά βεβαιωτικός χαρακτήρας, που θα μπορούσαν να έχουν, αν ήταν απομονωμένες. Επίσης αυτός ο συνδυασμός είναι, που τους δίνει την πρωτοτυπία τους και το ενδιαφέρον τους δείχνοντας πού καταλήγουν.

Πρέπει, λοιπόν, να διατηρούμε στο νου μας αυτήν την ιδέα, κάθε φορά που εξετάζομε τις γενικές κρίσεις καθαυτές, και να θυμόμαστε πως είναι σαν τις λέξεις μέσα σε μια φράση, σαν τις νότες μέσα σε μια μελωδία, σαν τις εξισώσεις μέσα σ’ ένα θεώρημα.

Αυτό αληθεύει ακόμη περισσότερο, αν πιάσομε τα πρώτα στοιχεία, πάνω στα οποία στηρίζονται οι πιο δουλεμένες κρίσεις.

Τα πρώτα αυτά στοιχεία είναι, χωρίς συζήτηση, ψυχολογικού χαρακτήρα. Γιατί ο Θουκυδίδης δεν ξέρει σχεδόν καμιά άλλη κατηγορία ερμηνείας. Οι θεϊκές ερμηνείες δεν έχουν πια πέραση σ’ αυτόν και οι σύγχρονες ερμηνείες που επικαλούνται με κάθε ευσυνειδησία αίτια οικονομικά ή κοινωνικά, δεν υπήρχαν ακόμα.

Οι πρόοδοι της Αθήνας έκαναν τον πόλεμο αναγκαίο αυτή όμως η αναγκαιότητα θεωρείται συναίσθημα· κάτι σαν ανησυχία, την οποία εμπνέει στους Λακεδαιμονίους αυτή η ανάπτυξη. Επίσης η οικονομία παίζει, βέβαια, ένα ρόλο· αλλά επεμβαίνει μόνο σαν επιθυμία για πλουτισμό, την οποία εμπνέει σε μερικούς, ή σαν άμιλλα, που γεννά σε άλλους, ή σαν τις συμπάθειες ή τις ζήλειες που ξυπνά. Ο ρόλος της θεωρείται «πλεονεξία» ή φροντίδα για την εξασφάλιση. Ακόμη και διαπιστώσεις τεχνικές και υλικές δέχονται ερμηνείες παρόμοιας φύσης. Έτσι, ο Θουκυδίδης παρατηρεί στο βιβλίο Ε με αφορμή τη μάχη της Μαντινείας την τάση που έχουν οι στρατοί να λοξοδρομούν προς τα δεξιά3· και το εξηγεί – ακόμη μια φορά – με ένα συναίσθημα: «Πραγματικά, ο καθένας από φόβο σφίγγει, όσο μπορεί περισσότερο, το απροστάτευτο πλευρό του πάνω στην ασπίδα του προς τα δεξιά συμπολεμιστή του πιστεύοντας πως η πυκνότητα της συμπαράταξης προσφέρει την καλύτερη κάλυψη». Κάθε φορά, λοιπόν, ανατρέχουν σε ένα θεμελιώδες συναίσθημα, όπως ο φόβος ή η φιλοδοξία.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»