Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

kion1      Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ*

     ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ – ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
     (6ος π.Χ. αιώνας)
      Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Σοφίας Α. Σταμούλη
      «Η ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
     ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ»
         (Επιδράσεις που δέχτηκε και άσκησε, καθώς και αναλογίες, σε         θέματα  γλώσσας, ύφους, έκφρασης μεθόδων, ιδεών, αντιλήψεων)

 Λήψη του αρχείου

 Θουκυδίδης – Προσωκρατικοί φιλόσοφοι

Πριν από τους Προσωκρατικούς υπήρξαν στην αρχαία Ελλάδα οι επτά σοφοί, που ήταν κάτοχοι μίας πρακτικής σοφίας, «περί τον βίον σοφίας·». Διακρίνονταν για την ικανότητά τους «περί του πράττειν τα της πόλεως και διευθετείν τα του οίκου». Θεωρήθηκαν σοφοί, όχι επειδή «συλλογισμούς έστρεφον άνω και κάτω, ουδέ ότι περί των ιδεών διελέγοντο, ουδέ ότι τον ήλιον αναμετμούντο, ουδέ ότι της σελήνης εγνωμάτευον την πορείαν…αλλά ότι νόμους ετίθεσαν και … δίδασκον … ότι άνθρωπος ου ζώον μονήρες και ανθέκαστον, αλλά κοινωνικόν και πολιτικόν…»[1] Η φιλοσοφία τους εκφραζόταν με γνωμικά και η σύνεσή ους είχε πρακτική αξία.[2]

Ανάμεσά τους ο Θαλής ο Μιλήσιος διακρίθηκε εκτός από την αστρονομία[3] και στην πολιτική και συμβούλευε τους συμπολίτες του σχετικά με την πολιτική ένωση των ιωνικών πόλεων, με σκοπό τον απαρτισμό μίας ομοσπονδίας. Ανάλογες σκέψεις διαπιστώνονται, στην αρχή του πολιτικού οράματος του Περικλή. Ο Θαλής συνάμα θεωρήθηκε πατέρας της διαλεκτικής της αυτογνωσίας και τη διαλεκτική του χαρακτηρίζει μία προστακτική παρρησίας, ελευθερίας και θάρρους. Αυτή η προστακτική καθιστά το λόγο κριτικό και αγωνιστικό.

Ωστόσο στην εποχή του προεπιστημονικού ανθρώπου και σε μία περίοδο μεταφυσικής ερημιάς, που την ακολουθεί η μονοδιάστατη παρουσία του ατόμου, εγκλεισμένου στο φόβο της άγνοιας, γεννιέται η φιλοσοφία σε μία χαρισματική γεωγραφικά περιοχή, την Ιωνία. Μέσα από ένα κλίμα αγωνίας των ανθρωπίνων υπάρξεων και εξορίας του «όντος», ο φιλοσοφικός προβληματισμός των Ιώνων φιλοσόφων θα θέσει τα πρώτα ερωτήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη και θα καταστεί ως η κατ’ εξοχήν έκφραση της ανθρώπινης απορίας και αγωνίας.[4] Ακόμη και, όταν η φιλοσοφία θα αναφέρεται σε μία μεταφιλοσοφία, πάντοτε θα προβάλει την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μέσα από τα ερωτήματα και θα συμπυκνώνει μέσα από τις απαντήσεις της, την προσδοκία του «υπάρχειν».

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»

Ο ΛΟΙΜΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

kion1           Ο λοιμός της Αθήνας, 430 π.Χ.

                           Ο Θουκυδίδης και η συστηματική σκέψη

 Γράφει η Titania Matina

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος διήρκεσε 27 χρόνια, από το 431 έως το 404 π.Χ., με την έναρξη των εχθροπραξιών να χρεώνεται στην Πελοποννησιακή πλευρά, αν και όλες οι προηγούμενες πρωτοβουλίες στοχευμένης πολιτικής όξυνσης βάρυναν την πλευρά των Αθηναίων. Γιατί η Αθήνα ήταν βέβαιη ότι, αν κατόρθωνε να εξωθήσει τους γεωστρατηγικούς της αντιπάλους σε ανοιχτή πλέον σύρραξη, θα έβγαινε νικήτρια, εξασφαλίζοντας την ηγεμονία της όχι μόνον στο Αιγαίο, αλλά και σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Πράγματι, επί σειρά ετών, η Αθήνα κινούσε όλα τα νήματα, είτε εφαρμόζοντας οικονομικούς κι εμπορικούς αποκλεισμούς, είτε επεμβαίνοντας στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων πόλεων. Για μεγάλο χρονικό διάστημα χειριζόταν οικείους και αντιπάλους, προβλέποντας τις αντιδράσεις τους ή –για να το θέσουμε ακριβέστερα– προσανατολίζοντας τις αντιδράσεις τους προς την κατεύθυνση που η ίδια επιθυμούσε, έχοντας όμως πάρει γι’ αυτό το σκοπό, εγκαίρως, τα κατάλληλα μέτρα.

Και επειδή ο Περικλής, με την εξωτερική πολιτική που ακολουθούσε, το περίμενε πως αργά ή γρήγορα θα εισέβαλλαν οι εχθροί στην Αττική, είχε φροντίσει για την οργάνωση της άμυνας της πόλης με οχύρωση που οι άλλες δεν διέθεταν. Το έργο είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίτερα, από την εποχή του Θεμιστοκλή. Ο Περικλής το επεξέτεινε και το ολοκλήρωσε. Οι εχθροί μπορούσαν να ρημάζουν το λεκανοπέδιο, καίγοντας κατοικίες, λεηλατώντας καλλιέργειες. Σε όποιο ενδεχόμενο, ωστόσο, ο πληθυσμός της υπαίθρου θα έβρισκε καταφύγιο πίσω από τα ισχυρά τείχη του άστεως, με την τροφοδοσία του εξασφαλισμένη. Γιατί τα Μακρά Τείχη κάλυπταν μέχρι και το λιμάνι του Πειραιά. Από εκεί και πέρα ξανοιγόταν η θάλασσα με τις απεριόριστες δυνατότητες που παρείχε στο παντοδύναμο αθηναϊκό ναυτικό να προσπορίζεται από τους λεγόμενους συμμάχους –και φόρου υποτελείς στην Αθήνα– κάθε είδους αγαθά.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΛΟΙΜΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ»