Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

kion1   Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

                        Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Α. Κ. Καραδημητρίου
                        -Με αφετηρία την «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ» του ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ
                          και τις βασικές της ιδέες-

Οἱ σύγ­χρο­νοι ἱ­στο­ρι­κοί ὑ­πο­στη­ρί­ζουν κα­τά κα­νό­να ὅτι οἱ λα­οί καί οἱ κυ­βερ­νή­σεις τους δέ δι­δά­σκον­ται τί­πο­τε ἀ­πό τήν ­ἱ­στο­ρί­α – «ἡ ἱ­στο­ρί­α δι­δά­σκει ὅτι ἡ ἱ­στο­ρί­α δέ δι­δά­σκει» – καί ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι ἄ­σκο­πο νά ἀ­να­ζη­τοῦ­με στό πα­ρελ­θόν πα­ρό­μοι­ες κα­τα­στά­σεις γιά νά ἀν­τλή­σου­με ἐμ­πει­ρί­α καί δι­δάγ­μα­τα, για­τί ἁ­πλού­στα­τα ἡ ἱ­στο­ρί­α δέν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Βέ­βαι­α, ὅτι ἡ Ἱ­στο­ρί­α δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ὁ­μοι­ό­τρο­πα καί ἄ­σχε­τα ἀ­πό τό­πο, χρό­νο καί πρό­σω­πα εἶ­ναι λο­γι­κό καί προ­φα­νές. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά ὁμως, ἄν ἀ­φαι­ρέ­σου­με κά­θε ὠ­φε­λι­μι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα ἀ­πό τή με­λέ­τη τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ὑ­πάρ­χει ὁ κίν­δυ­νος νά ξε­πέ­σουν τά ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα σέ ἕ­να ἀ­νού­σιο ἀ­νά­γνω­σμα γιά τούς πε­ρί­ερ­γους καί τούς ἀρ­γό­σχο­λους, σέ ἕ­να κου­τσομ­πο­λιό. Καί, φυ­σι­κά, ἄν ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­σπα­ζό­ταν τίς ἀ­πό­ψεις τῶν νε­ό­τε­ρων ὁ­μο­τέ­χνων του, δέ θά ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νά γρά­ψει πο­τέ τό πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἴσως ἱ­στο­ρι­κό ἔρ­γο ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.

Κα­θώς ἡ­δη ἀ­να­φέ­ρα­με στήν εἰ­σα­γω­γή αὐτοῦ τοῦ βι­βλί­ου, ὁ Πε­λο­πον­νη­σια­κός πό­λε­μος, κα­τά τόν Θου­κυ­δί­δη, ὑ­πῆρ­ξε ὁ με­γα­λύ­τε­ρος καί ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἀ­πό τους προ­η­γού­με­νους, ἀφοῦ τά Τρω­ι­κά τά δι­έ­κρι­νε ἡ διά­ρκεια ἀλ­λά καί ἡ χα­λα­ρό­τη­τα, καί τά Περ­σι­κά οὐ­σι­α­στι­κά κρίθη­καν ἀ­πό δύ­ο πε­ζο­μα­χί­ες καί δύ­ο ναυ­μα­χί­ε­ς[1]. Ἀν­τί­θε­τα, στόν Πε­λο­πον­νη­σια­κό πό­λε­μο καί οἱ ἀν­τί­πα­λες δυ­νά­μεις δι­έ­θε­ταν τά τε­λει­ό­τε­ρα πο­λε­μι­κά μέ­σα πού εἶ­χαν ἕ­ως τό­τε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ, ἀλ­λά καί πῆ­ραν μέ­ρος σ’ αὐ­τόν σχε­δόν ὅλοι οἱ Ἕλ­λη­νες ὡς πό­λεις-κρά­τη κα­θώς καί με­γά­λο μέ­ρος τῶν βαρ­βά­ρων. Μέ δύ­ο λό­για, γιά τό Θου­κυ­δί­δη καί τήν ἐ­πο­χή του ἦ­ταν ἕ­νας παγ­κό­σμιος πό­λε­μος, ἀ­φοῦ ἡ ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα πα­ρου­σί­α­ζε σέ μι­κρο­γρα­φί­α ἕ­να κό­σμο πο­λι­τι­κά ἀ­νά­λο­γο μέ τή νε­ό­τε­ρη Εὐ­ρώ­πη, ἕ­νας πό­λε­μος πού κρά­τη­σε 27 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια καί πρό­σφε­ρε ἕ­να ἰ­δε­α­τό πρό­τυ­πο πο­λε­μι­κῆς δρά­σης κρα­τῶν πού τά συμ­φέ­ροντά τους ἀλ­λη­λο­συγ­κρού­ον­ταν καί δέ­χον­ταν μό­νο πρό­σκαι­ρους δι­πλω­μα­τι­κούς συν­δυα­σμούς.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ»

Η ΙΔΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

kion1    Η ΙΔΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ

                       Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Α. Κ. Καραδημητρίου
                       -Με αφετηρία την «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ» του ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ
              και τις βασικές της ιδέες-

 Ἐ­ξι­στο­ρών­τας τά Κερ­κυ­ραϊ­κά ὁ Θου­κυ­δί­δης στό τρί­το βι­βλί­ο τῆς ἱ­στο­ρί­ας του, γρά­φει με­τα­ξύ ἄλ­λων καί τά πα­ρα­κά­τω[1]: … Καί ἔ­πε­σαν πολ­λές καί με­γά­λες συμ­φο­ρές ἀ­πό τούς ἐμ­φύ­λιους πο­λέ­μους στίς πό­λεις, συμ­φο­ρές πού συμ­βαί­νουν καί θά συμ­βαί­νουν πάν­το­τε, ὅσο ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση θά πα­ρα­μέ­νει ἴδια, καί πού μπο­ρε­ΐ νά εἶ­ναι ἠ­πι­ό­τε­ρες καί μέ δι­α­φο­ρε­τι­κή μορ­φή, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς ἀλ­λα­γές τῶν πε­ρι­στά­σε­ων. Για­τί σέ και­ρό εἰ­ρή­νης καί εὐ­η­με­ρί­ας, καί οἱ πό­λεις καί τά ἄ­το­μα ἔ­χουν κα­λύ­τε­ρες δι­α­θέ­σεις, ἀφοῦ δέν ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νά κά­νουν πράγ­μα­τα πού δέν τά θέ­λουν. Ὁ πό­λε­μος ὁ­μως, ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τας τήν κα­θη­με­ρι­νή εὐ­η­με­ρί­α, γί­νε­ται βί­αι­ος δά­σκα­λος καί ἐ­ξο­μοι­ώ­νει τίς δι­α­θέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων μέ τίς συν­θῆ­κες πού τούς πε­ρι­βάλ­λουν. Ἔ­πε­σαν λοι­πόν σέ ἐμ­φύ- λιους πο­λέ­μους οἱ πό­λεις, καί, ὅσες τυ­χόν κα­θυ­στέ­ρη­σαν, ἐ­πει­δή μά­θαι­ναν τά ὅσα γί­νον­ταν ἀλ­λοῦ προ­η­γου­μέ­νως, προ­σπα­θοῦ­σαν νά φα­νοῦν ἀ­νώ­τε­ρες σέ ἐ­φευ­ρετι­κό­τη­τα, τό­σο στήν πο­νη­ριά τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν τους, ὅσο καί στούς πρω­το­φα­νεῖς τρό­πους τι­μω­ρί­ας. Καί τή συ­νη­θι­σμέ­νη ση­μα­σί­α τῶν λέ­ξε­ων τήν ἄλ­λα­ξαν μέ ἄλ­λη πού τούς συ­νέ­φε­ρε. Ἡ ἀ­συλ­λό­γι­στη τόλ­μη θε­ω­ρή­θη­κε ἀν­δρεί­α ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά τούς συν­τρό­φους, ἡ προ­νο­η­τι­κή δι­στα­κτι­κό­τη­τα εὔ­σχη­μη δει­λί­α, ἡ σω­φρο­σύ­νη πρό­σχη­μα ἀ­ναν­δρί­ας καί ἡ σύ­νε­ση γιά τό κά­θε τί θε­ω­ρή­θη­κε πλή­ρης ἀ­δρά­νεια. Καί ἄν κά­που δί­νον­ταν ὅρκοι γιά ἐ­πικύ­ρω­ση συμ­φω­νί­ας, οἱ ὅρ­κοι ἴ­σχυ­αν μό­νον ἐ­φό­σον κά­ποι­ος ἀ­π’ αὐ­τούς πού ὁρ­κί­στη­καν δέν εἶ­χε ἀ­πό που­θε­νά δύ­να­μη. Ἀλ­λά μέ τήν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α, ἐ­κεῖϊ­νος πού πρῶ­τος ἀ­πο­κτοῦ­σε θάρ­ρος, ἄν ἔ­βλε­πε τόν ἀν­τί­πα­λό του ἀ­προ­φύ­λα­κτο, ἔ­παιρ­νε ἐκ­δί­κη­ση μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­χαρί­στη­ση για­τί ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­ταν τήν πί­στη τοῦ ἀν­τι­πά­λου του στόν ὁρ­κο, πα­ρά ἄν τόν τι­μω­ροῦ­σε φα­νε­ρά. Καί αὐτό για­τί σκε­φτό­ταν καί ὅτι ἐ­ξα­σφα­λι­ζό­ταν ἀ­πό ἕ­ναν ἐ­χθρό, ἀλ­λά καί ὅτι θά τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἔ­ξυ­πνο ἀφοῦ ἐ­πιβλή­θη­κε στόν ἀν­τί­πα­λό του μέ ἀ­πά­τη. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νά εἶ­ναι κα­κοί καί νά ὀ­νο­μά­ζον­ται ἐ­πι­τή­δει­οι, πα­ρά νά εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τοι καί νά θε­ω­ροῦν­ται ἀ­νό­η­τοι, για­τί γιά τό δεύ­τε­ρο ντρέ­πον­ται ἐ­νῶ γιά τό πρῶ­το πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται. Καί αἰ­τί­α γιά ὅλα αὐτά ἡ δί­ψα τῆς ἐ­ξου­σί­ας τήν ὁποία γεν­νᾶ ἡ πλε­ο­νε­ξί­α καί ἡ φι­λο­δο­ξί­α.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΙΔΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ»