Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ

kion1Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ –

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ REALPOLITIK Ή MACHTPOLITIK

 Αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο της Σοφίας Αλεξ. Σταμούλη

            «ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ»

 Λήψη του αρχείου

Στις δημηγορίες ο Θουκυδίδης και ιδιαίτερα στις αντιθετικές, περιγράφει τα κίνητρα ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις, Αθήνα και Σπάρτη, λόγω του “αντίπαλου δέους”[1] που αναπτύσσεται και ολοένα αυξάνεται μεταξύ τους, μετά τους περσικούς πολέμους, για τη διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας στο πολιτικό στερέωμα. Η κυριαρχία στο διεθνές σύστημα της αρχαίας Ελλάδος δικαιώνεται από τον ισχυρό και δικαιολογείται. Οι Αθηναίοι, για παράδειγμα, θεωρούν ότι δεν κάνουν τίποτα αφύσικο και παράξενο, προς την ανθρώπινη φύση, με το να επιδιώκουν να διατηρήσουν την ισχύ τους, υποκινούμενοι από τρεις σημαντικούς παράγοντες: 1) την τιμή 2) το δέος 3) την ωφέλεια: “ουδέν θαυμαστόν πεποιήκαμεν α­πό του ανθρωπείου τρόπου, ει αρχήν διδομένην εδεξάμεθα υπό τριών νικηθέντες, τιμής, δέους και ωφελίας”[2].

Η επιδίωξη της δύναμης και του συμφέροντος[3], μετατρέπει τη δικαιοσύνη σε σύμβαση μικρής εμβέλειας, εφόσον και τα “κατά νόμον” επιχειρήματα έχουν αξία, μόνον, όταν αυτοί που τα χρησιμοποιούν είναι ισόπαλοι σε δύναμη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση ο ισχυρός επιβάλλει ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί, όσο του επιτρέπει η αδυναμία του, δηλαδή “το δίκαιον εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται”[4]. Η λογική της επέκτασης της δύναμης από την πλευρά των ηγεμονικών πόλεων, σύμφωνα με την πολιτική θεω­ρία[5], θα οδηγήσει στην επιλογή δύο στρατηγικών απέναντι στα άλλα κράτη ή στους συμμάχους που αποστατούν. Η μία είναι η Machtpolitik. Αυτή υιοθετεί την ανοιχτή αντιπαράθεση και σύγκρουση με τον πραγματικό εχθρό ή τον υποτιθέμενο. Η εφαρμογή της Machtpolitik δεν έχει αναστολές σε θέματα ηθικής ούτε φραγμούς, δεν αναγνωρίζει συμβιβαστικές λύσεις και μετριοπαθείς προτάσεις. Απαιτεί από τον αντίπαλο να υποταχθεί σ’ αυτό που ορίζεται ως δίκαιο και αξιώνει να εφαρμοστεί η δυναμική του ισχυρού. Η αντιπαράθεση είναι σκληρή για το δυνατό, όταν μάλιστα επικαλείται ηθικά επιχειρήματα και ταπεινωτική για τον αντίπαλο που βρίσκεται στη θέση του αδύνατου. Η σύγκρουση που είναι αναμενόμενη, είναι ανηλεής, εφόσον ο δυνατός επιβάλλει συνήθως με σκληρό και κάποτε ωμό τρόπο, αυτό που του επιτρέπει η δύναμή του, στηριζόμενος στο νόμο. Κατά την εφαρμογή της Machtpolitik ο δυνατός δεν επιδιώκει να διευθετήσει τις διαφορές του με ειρηνικό διπλωματικό τρόπο, αλλά αξιώνει από τον εχθρό να υποταχτεί. Αν δεν υπάρχει εχθρός, τότε κατασκευάζεται, προκειμένου να ευρεθούν τα ερείσματα που θα δικαιολογήσουν τη σύγκρουση.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΔΗΜΗΓΟΡΙΩΝ»

kion1Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

ΤΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 Λήψη του αρχείου

 Πελοποννησιακός πόλεμος και Θουκυδίδης

Είπαμε ότι ο Ηρόδοτος έγραψε για τους Μηδικούς Πολέμους οι οποίοι τόνωσαν το ηθικό των Ελλήνων, και κυρίως το φρόνημα των Αθηναίων που είχαν καταφέρει μιαν απίστευτη νίκη επί των Περσών στην Σαλαμίνα. Όμως ο Θουκυδίδης έγραψε για έναν άλλο πόλεμο, τον Πελοποννησιακό, δηλαδή για τις συρράξεις μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων κατά το χρονικό διάστημα 431 – 404 π.Χ. Από τον πόλεμο αυτό όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη βγήκαν τελικά καταβεβλημένες, και πολύ περισσότερο η Αθήνα. Πράγματι, αυτή ήταν η μεγάλη χαμένη της σχεδόν τριακονταετούς σύγκρουσης, η οποία επέφερε και την τελική κατάρρευση του δημοκρατικού πολιτεύματος της πόλης. Και η τραγική ειρωνεία ήταν ότι τον μεγάλο αυτό πόλεμο τον είχε προκαλέσει και συντηρήσει με μένος η ίδια η αθηναϊκή δημοκρατία.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι γνωστά. Μας τα δίνει ο Θουκυδίδης στην λεγάμενη πεντηκονταετία που προηγείται της αναφοράς στον ίδιο τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Μετά την νικηφόρα ναυμαχία εναντίον του Ξέρξη στην Σαλαμίνα, της οποίας είχε ηγηθεί ο Αθηναίος στρατηγός Θεμιστοκλής, η δύναμη των Αθηναίων άρχισε να αυξάνεται εντυπωσιακά. Καταρχάς, αναστήλωσαν την πόλη τους, που είχε ισοπεδωθεί κατά την περσική εισβολή, και την οχύρωσαν με ογκώδη πέτρινα τείχη γύρω από την Ακρόπολη. Σε αυτό το μεγάλο έργο, που μόνο στην Αθήνα επιτελέστηκε, έπαιξε σημαντικό ρόλο το δημοκρατικό πολίτευμα. Γιατί όλος ο δήμος, ακόμη και οι γυναίκες και τα παιδιά, εργάστηκαν γΓ αυτό τον σκοπό ο οποίος ολοκληρώθηκε μέσα στον χρόνο ρεκόρ του ενός μήνα. Από εκεί και πέρα, οι Αθηναίοι άρχισαν να προσφέρουν προστασία στις περισσότερες νησιωτικές και παράλιες ελληνικές πόλεις, τις οποίες είχε ρημάξει στο πέρασμά του ο περσικός στόλος. Δημιούργησαν, λοιπόν, την λεγάμενη Δηλιακή Συμμαχία που διατηρούσε κοινό ταμείο στον ναό του Απόλλωνα στην Δήλο, δηλαδή σε έδαφος ουδέτερο, και που τελούσε υπό τις εγγυήσεις ενός κοινά αποδεκτού ιερατείου. Σε αυτό το ταμείο κατέθεταν τις εισφορές τους όλες οι συμμαχικές πόλεις των οποίων οι ανάγκες και τα συμφέροντα διασταυρώνονταν στους δρόμους της θάλασσας. Οι Πελοποννήσιοι δεν συμμετείχαν σε αυτόν τον πολιτικό σχηματισμό, επειδή, όπως υποστήριζαν οι Αθηναίοι, δεν είχαν άμεσα πληγεί από τους Πέρσες. Εξάλλου, εκείνοι ήταν ήδη συνασπισμένοι στην λεγόμενη Πελοποννησιακή Συμμαχία, με συμφέροντα που χοντρικά κάλυπταν όλη την ηπειρωτική χώρα κάτω από το ύψος του Ισθμού. Επιταγή της Δηλιακής Συμμαχίας ήταν, με τα χρήματα των εισφορών, να κατασκευάζει η Αθήνα τριήρεις, δηλαδή πολεμικά καράβια, που θα εξυπηρετούσαν τις αμυντικές ανάγκες των συμμάχων στην περίπτωση που οι Πέρσες θα αποφάσιζαν να επαναλάβουν τις επιθετικές κινήσεις τους εναντίον των ιωνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και του Αιγαίου. Οι σύγχρονοι μελετητές υπολογίζουν ότι, με τα έσοδα από τις συμμαχικές εισφορές, οι Αθηναίοι ναυπηγούσαν γύρω στις τριάντα τριήρεις τον χρόνο, αριθμός που δεν ήταν ευκαταφρόνητος εκείνη την εποχή. Αυξανόταν, λοιπόν, δραματικά σε όγκο ο ήδη μεγάλος στόλος τους, τον οποίο είχαν δημιουργήσει το 482 π.Χ., όταν πρωτοάρχισαν να εκμεταλλεύονται συστηματικά τα μεταλλεία ασημιού στο Λαύριο. Και τελικά το 454 π.Χ., δηλαδή σε κάτι λιγότερο από τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση της Δηλιακής Συμμαχίας, συντελέστηκε το πιο αποφασιστικό βήμα, που αποδείκνυε τρανταχτά την μετατροπή του θεσμού σε Αθηναϊκή Συμμαχία, ή μάλλον σε Αθηναϊκή Ηγεμονία. Επειδή το συμμαχικό ταμείο του Δηλιακού ιερού του Απόλλωνα ήταν δήθεν εκτεθειμένο σε κινδύνους, μεταφέρθηκε για λόγους ασφαλείας στον μόνο ναό που ήταν οχυρωμένος, δηλαδή στην Αθήνα. Εν ολίγοις, τα λεφτά κατέληξαν στην Ακρόπολη.

Συνέχεια ανάγνωσης