Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ*

  (ΑΦΙΕΡΩΜΑ – Ιστορικά – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 25, 06 – 04 – 2000)

 

 – Εισαγωγικά –

 ·        Μια πρακτική λύση διακυβέρνησης

 Φαίδων Μαλιγκούδης

 Αναφερόμενος, γύρω στα μέσα του 6ου μ.Χ. αιώνα, στα ήθη και Pericles-Pio-Clementinoστα έθιμα ενός λαού που μόλις είχε εμφανιστεί στο προσκήνιο της Ιστορίας, γράφει ο Προκόπιος: «Τα έθνη αυτά, οι Σλάβοι και οι Αντες, δεν κυβερνώνται από έναν και μόνον άνδρα, αλλά από παλιά διαβιούν υπό το καθεστώς της δημοκρατίας» («…εν δημοκρατία εκ παλαιού βιοτεύουσι»). Για έναν πεπεισμένο εκπρόσωπο της βυζαντινής πολιτικής θεωρίας, όπως ο Προκόπιος, ο όρος «δημοκρατία» έχει αναμφίβολα ένα αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο. Στο έργο του ιστορικού αυτού της εποχής του Ιουστινιανού, που έζησε από κοντά τη στάση των δήμων, που συγκλόνισε τη βασιλεύουσα τον Ιανουάριο του 532 («Στάσις του Νίκα») ο όρος «δημοκρατία» χρησιμοποιείται για να αντιδιαστείλει το πολιτειακό καθεστώς της «βαρβαρικής» κοινωνίας από εκείνο της αυτοκρατορίας: στην κοινωνία εκείνη «κρατούν» οι «δήμοι», οι φατρίες και οι φυλές και όχι ο βασιλεύς – αυτοκράτωρ.

Χίλια χρόνια μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και τη γέννηση του πολιτειακού όρου, ο όρος «δημοκρατία» θα διατηρήσει, στη χρήση του αττικίζοντος γλωσσικού του απογόνου Προκόπιου, την αρχική αμφισημία του. Για τον Προκόπιο, όπως και για τους φιλοσόφους της κλασικής περιόδου, το δίλημμα παραμένει το ίδιο: είναι δίκαιο να έχει η πολυπληθέστερη κοινωνική τάξη του δήμου, ο χύδην όχλος, το δικαίωμα να ανατρέπει δια της ψηφοφορίας τις αποφάσεις των εκλεκτών του πνεύματος ή των οικονομικά ισχυρότερων συμπολιτών; Ιχνηλατώντας τις απαρχές του όρου θα διαπιστώσει κάποιος ότι η μορφή αυτή διακυβέρνησης είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη συμβίωση πολλών ατόμων σε έναν αστικό οικισμό, στην πόλη. «Δήμος» σημαίνει αρχικά την οικο­δομημένη περιοχή, την πόλη. Η σημασιολογική διεύρυνση ως πολιτειακού όρου είναι η δευτερεύουσα.

Ως μορφή διακυβέρνησης αποτελεί η δημοκρατία μια πρακτική λύση, που ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες συνθήκες του αττικού άστεως της εποχής του Κλεισθένη. Δεδομένο, το οποίο θα σημαδέψει τον όρο σημασιολογικά σε όλη τη διαχρονική πορεία του: οι κανόνες συμβίωσης πολλών ατόμων σε ένα αστικό κέντρο και, κυρίως, οι αμοιβαίες παραχωρήσεις που συνεπάγονται αυτοί, δεν θα βρουν πάντοτε ένθερμους υποστηρικτές. Για τον Λένιν, για παράδειγμα, οι κανόνες συμβίωσης στο άστυ, η δημοκρατική διακυβέρνηση αποτελούν ένα φαινόμενο αρνητικό: «Η Δημοκρατία είναι το κράτος εκείνο που αναγνωρίζει την υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, την επιβολή, δηλαδή, συστηματικής χρήσης βίας από τη μια κοινωνική τάξη εις βάρος μιας άλλης, από ένα μέρος του πληθυσμού εις βάρος ενός άλλου» (Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», 1919, κεφ. 4).

Μια διέξοδο από το δίλημμα προσφέρουν ίσως οι σκέψεις που διατύπωσε σε έναν λόγο του, στις 11/11/1947, ένας άνθρωπος της πολιτικής πράξης, ο Γ. Τσόρτσιλ: «Κανείς δεν ισχυρίσθηκε ότι η Δημοκρατία είναι τέλεια ή πάνσοφη. Αντίθετα, όπως έχει ήδη ειπωθεί, η Δημοκρατία είναι η χειρότερη μορφή διακυβέρνησης – αν εξαιρεθούν βέβαια όλες οι άλλες μορφές που δοκιμάστηκαν στο παρελθόν».

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ»

ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ

ΑΡΧΑΙΑ  ΣΠΑΡΤΗ

Lewnidas

         (ΑΦΙΕΡΩΜΑ – «Ιστορικά» – «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»

Α΄ ΜΕΡΟΣ

 1. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΙΕΡΑ  (1050 – 700 π.Χ.) 

της αιμιλιασ μπανου

διδάκτορος Αρχαιολογίας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

 

Για την πρώιμη ιστορία  της Σπάρτης ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε. Τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι λίγα και αποσπασματικά, ενώ οι φιλολογικές πηγές είναι μεταγενέστερες και η αξία τους για την ανασύστα­ση της ιστορίας αυτής της εποχής περιορισμένη. Κατ’ ανάγκη, οι υποθέσεις των ιστορικών για την πρώιμη ιστορία της Σπάρτης συνιστούν προσπάθει­ες συνδυασμού αρχαιολογικών, φιλολογικών, γλωσσολογικών και μυθολογικών δεδομένων, που περισσότερο ως προτάσεις μελλοντικής έρευνας παρά ως ολοκληρωμένες θεωρίες μπορεί να θεω­ρηθούν. Κι αυτό για μια εποχή και μια περιοχή που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς σχετίζονται τόσο με το πολυσυζητημένο ζήτημα της «καθόδου των Δωριέων» όσο και με τη συγκρότη­ση της σπαρτιατικής πόλης-κράτους.

Στο άρθρο αυτό θα περιοριστούμε στα αρχαιολο­γικά δεδομένα, καθώς αυτά αποτελούν μια απτή όαση για τη μελλοντική έρευνα, αλλά και για την ενδεχόμενη επαλήθευση ήδη διατυπωμένων ή μελλοντικών υποθέσεων.

Μετά το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού (γύρω στο 1050 π.Χ.) ακολουθεί στην περιοχή της Σπάρ­της (αλλά και σε ολόκληρη τη Λακωνία) ένας αι­ώνας περίπου πλήρους απουσίας αρχαιολογικών ευρημάτων, γεγονός που από ορισμένους ερευνητές έχει θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί σε σημαντική μείωση του πληθυσμού, αν όχι ερήμωση. Από το 950 π.Χ. εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα της λεγόμενης πρωτογεωμετρικής λακωνικής κεραμικής, που πι­στοποιούν την κατοίκηση της περιοχής στην οποία αναπτύχθηκε αργότερα η πόλη της Σπάρτης. Πρό­κειται για όστρακα και λίγα σχεδόν ακέραια αγ­γεία που έχουν βρεθεί στον περίβολο του μεταγενέστερου ναού της Αθηνάς Χαλκιοίκου στην Ακρόπολη της Σπάρτης, στο λεγόμενο Ηρώο στη δυτική όχθη του Ευρώτα, νότια της σύγχρονης γέ­φυρας, στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας λίγο νοτιό­τερα, καθώς και στο λόφο του ιερού του Απόλλω­να σας Αμυκλές, πέντε χιλιόμετρα περίπου νότια της Σπάρτης, και προέρχονται από αγγεία ποικί­λων σχημάτων, κυρίως σκύφων και κυπέλλων δια­φόρων μεγεθών. Η μελέτη των οστράκων αυτών έ­δειξε ότι παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηρι­στικά, όπως είναι η διευθέτηση των διακοσμητικών θεμάτων σε μετόπες, η διάκριση μεταξύ των διακο­σμητικών ζωνών με εγχαράξεις, η προτίμηση για δικτυωτή διακόσμηση, η έναρξη της διακόσμησης αμέσως κάτω από το χείλος, καθώς και ο περιορι­σμός της διακόσμησης στο άνω τμήμα του αγγείου. Αυτός ο ενιαίος χαρακτήρας της κεραμικής όμως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα όστρακα προέρ­χονται από μη καθαρά αρχαιολογικά στρώματα, εμποδίζει την ακριβέστερη χρονολόγηση τους σε διάστημα μικρότερο των δύο αιώνων. Η πρωτογεωμετρική κεραμική της Σπάρτης (και της Λακωνίας ευρύτερα) χρονολογείται δηλαδή στο διάστημα 950-750 π.Χ. και δεν διευκολύνει έτσι την παρακολού­θηση εξελίξεων, τα αποτελέσματα των οποίων μό­λις διαφαίνονται στο τέλος του 8ου π.Χ. αιώνα.

Όσον αφορά τους τόπους εύρεσης της κεραμικής, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι τα όστρακα προέρ­χονται από τους χώρους των σημαντικότερων ιερών της Σπάρτης. Με εξαίρεση την περίπτωση του ιε­ρού της Αρτέμιδος Ορθίας, το γεγονός αυτό δεν έ­χει θεωρηθεί ότι σημαίνει κατ’ ανάγκη την ίδρυση λατρείας σε μια τόσο πρώιμη εποχή. Οπωσδήποτε όμως δείχνει, όπως αναφέραμε, ότι η περιοχή της Σπάρτης ήταν ήδη κατοικημένη. Το ίδιο πιστοποι­ούν και εφτά τάφοι που ήλθαν στο φως τα τελευ­ταία χρόνια και συμπληρώνουν την ένδειξη ενός που είχε βρεθεί παλαιότερα, στη δεξιά όχθη του Ευρώτα. Πρόκειται για τέσσερις πρωτογεωμετρι­κούς τάφους, τρεις από τους οποίους μπορεί να α­νήκαν σε μία οικογένεια και οι οποίοι βρέθηκαν στην περιοχή των Λιμνών στα νοτιοανατολικά της Ακρόπολης, κοντά στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ»