Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Απάντηση του Κ. Καστοριάδη σε ερώτηση για τη δημιουργία στο σεμινάριο της 5ης Δεκεμβρίου 1984

ΚαστοριάδηςΣτον ελληνικό κόσμο σκέψης δεν υπάρχει ρητή θεματοποίηση της δημιουργίας, ιδιαίτερα στον κόσμο της κοινωνίας. Θα μιλήσουμε διά μακρών για τον Επιτάφιο του Περι­κλή, όπου η ιδέα ότι η Αθήνα είναι δημιούργημα των Αθηναίων στηρίζει όλο το λόγο, χωρίς αυτό να διατυπώνεται ρητά. Βρίσκουμε όμως τον 5ο αιώνα στοιχεία τα οποία, μέσα από το στοχασμό γύρω από την αντίθεση φύσις/νόμος, οδεύουν προς αυτή την κατεύθυνση: στους ιπποκρατικούς, τον Ηρόδοτο, τον Δημόκριτο ή στους σοφιστές. Όλα αυτά τα στοιχεία θα καταπνιγούν με την άφιξη του Πλάτωνα και τη μετέπειτα συντριπτική επιρροή του πλατωνισμού. Στον Αριστοτέλη, το ζήτημα είναι πιο πολύπλοκο, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, παραδείγματος χάριν, από τη σκέψη του για την τέχνη: πρόκειται άραγε για απλή μίμηση της φύσης ή μήπως δημιουργεί κάτι το οποίο δεν υπήρχε πριν; Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι πλάστης, ό, τι κι αν λένε. Είναι κάπως σαν το δημιουργό του Πλάτωνα· υπάρχει πάνω από αυτόν ένα κριτήριο προς το οποίο πρέπει να συμμορφώνεται και ο ίδιος. Κατά μία έννοια, ούτε η ύπαρξη του κόσμου είναι αυθαίρετη, δεδομένου ότι είναι φτιαγμένος για τον άνθρωπο.

Στη συνέχεια εμφανίζεται στους θεολόγους του 13ου-14ου αιώνα, όπως οι Duns Scot και Guillaume d’Ockham. η ιδέα της παντοδυναμίας και της απολύτως ελεύθερης βούλησης του Θεού – ίσως η μόνη πρωτότυπη ιδέα στο πεδίο αυτό μετά τους Έλληνες. Οι αλήθειες τις οποίες θεωρούμε αιώνιες είναι ταυτοχρόνως θεία δημιουργία και τυχαίες. Ο Θεός θα μπορούσε να είχε θελήσει έναν άλλο κόσμο, όπου δύο και δύο να κάνουν πέντε. [Σημ περιθ.: Αντινομία: οι «αιώνιες αλήθειες» είτε είναι τυχαίες είτε δεν είναι, και ο Θεός δεν είναι πλέον παντοδύναμος.] Αυτή η θεία βούληση επιβάλλει σε κάποια ύλη. την οποία δημιούργησε όπως της άρεσε, τους νόμους οι οποίοι της άρεσαν, και καθορίζεται η ίδια μέσα στην πιο απόλυτη αυθαιρεσία, κυριαρχία και ελευθερία. Καμία όμως θεολογία δεν μπόρεσε να ακολουθήσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα αυτή την οδό· θα επανέλθουν, λοιπόν, σε μια πιο ορθολογική θεολογία και θα υποβάλουν και τον ίδιο το Θεό σε ορισμένους περιορισμούς.

Ο Π. Κονδύλης για τον Αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό

Απόσπασμα από συνέντευξη του Π. Κονδύλη στον Σ. Τσακνιά

(αφορά στον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό)

  περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ», τ.384, Απρίλιος 1998

Κονδύλης

…κλασσική είναι μιά σκέψη ή μια εποχή της ιστορίας του πνεύματος όταν διατυπώνει με αναντικατάστατη εννοιολογία προβλήματα διηνεκώς επανερχόμενα, δηλαδή προβλήματα, στα οποία προσκρούει με εσωτερική αναγκαιότητα κάθε βαθύτερος στοχασμός – κοντολογής, έσχατα προβλήματα. Πώς είναι όμως δυνατό να έχει διαχρονική κλασσική αξία ό,τι νοήθηκε και εκφράσθηκε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο; Όπως στην ανθρώπινη κατάσταση γενικότερα υπάρχουν ορισμένα μεγέθη συνεχώς ανακυκλούμενα, παρά την εκάστοτε διαφορετική κοινωνικοϊστορική τους επένδυση, έτσι και η ανθρώπινη σκέψη κινείται γύρω από ορισμένα θεμελιώδη μεγέθη, οι βασικοί συνδυασμοί των οποίων είναι αριθμητικά περιορισμένοι, άρα περιορισμένες είναι και οι έσχατες επιλογές. Στην αρχαία Ελλάδα έγινε κάτι πράγματι εκπληκτικό: σε σχετικό σύντομο χρονικό διάστημα, και μέσα από τις εσωτερικές αναγκαιότητες της κίνησης του στοχασμού, ανακαλύφθηκαν και συνοψίσθηκαν οι έσχατες αυτές επιλογές. Όποιος π.χ. μελετήσει προσεκτικά και σ’ όλες της τις πτυχές την αντιπαράθεση σοφιστικής και Πλάτωνος θα διαπιστώσει ότι εδώ συνοψίστηκε, κατά τρόπο κυριολεκτικά ανυπέρβλητο, ό,τι κατά βάθος ταλανίζει έκτοτε, γεννώντας παράλληλα ποικίλες ενδιάμεσες λύσεις, τη δυτική σκέψη και όχι μόνον αυτή: το δίλημμα «μεταφυσική ή μηδενισμός», όπου η ηθική διάσταση του προβληματισμού συνάπτεται συνειδητά με τη γνωσιοθεωρητική ή κοσμολογική. Αυτό ούτε άλλαξε, ούτε και θα μπορούσε ν’ αλλάξει, γιατί εδώ τον λόγο τον έχουν τα σταθερά μεγέθη, για τα οποία μιλήσαμε. Αλλά μήπως ο Θουκυδίδης δεν κατέστησε ορατές, κατά τρόπο εννοιολογικά επαρκή, ορισμένες σταθερές της πολιτικής συμπεριφοράς και των διεθνών σχέσεων, ούτως ώστε ν’ αποτελεί σήμερα (εκτός Ελλάδος, εννοείται) υποχρεωτικό ανάγνωσμα όσων ασχολούνται ουσιαστικά με τέτοια ζητήματα. Εδώ πρέπει ίσως να προλάβω μιά παρεξήγηση. Το κλασσικό δεν εξαντλείται στο αρχαιοελληνικό, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι αρχαιολάτρες της παλαιάς ουμανιστικής σχολής. Η νεώτερη φιλοσοφία, κοινωνιολογία, ιστοριογραφία και λογοτεχνία έχουν κι αυτές τους κλασσικούς τους, με την έννοια που δώσαμε παραπάνω στον όρο. Η αναστροφή με τους αρχαίους κλασσικούς όχι μόνον δεν μπορεί να συνιστά κανενός είδους πρόσκομμα στην προσοικείωση των νεώτερων, αλλά έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: εθίζει το πνεύμα στην απαρέσκεια έναντι των εκάστοτε συρμών και διδάσκει πώς να συγκροτεί κανείς την παιδεία του πάνω σε εδραία και μόνιμα θεμέλια. Πολλοί, έχοντας αφοσιωθεί περίπου υπαρξιακά σε μια πνευματική μόδα, χάνουν τον προσανατολισμό τους μόλις αυτή περάσει και τρέχοντας ξοπίσω της σ’ όλη τους τη ζωή στενεύουν αδιάκοπα τον ορίζοντά τους. Συνιστώ ένθερμα στους νεώτερους, που ενδιαφέρονται να συστηματοποιήσουν στα σοβαρά τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα, να το κάμουν με αφετηρία τους αρχαίους και νεώτερους κλασσικούς, επιστρέφοντας αδιάκοπα σ’ αυτούς. Έτσι και χρόνο θα εξοικονομήσουν, μπαίνοντας απ’ ευθείας στην καρδιά των προβλημάτων, και θα αποφύγουν τον πνευματικό εκείνο εξευτελισμό που υφίσταται όποιος, αγνοώντας ευρύτερες συνάφειες και μακρές προϊστορίες, ατενίζει χάσκοντας τον εκάστοτε διερχόμενο διάττοντα αστέρα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο Π. Κονδύλης για τον Αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό»