Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

kion1Η Ελληνική Γλώσσα

    «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».

Νικηφόρος Βρεττάκος

 

 «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα πού ήταν για μένα αρμονική αλλά ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα —μητέρα των εννοιών μας— μου απεκάλυπτε ένα αγνώριστο πρόγονο που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή από τους ήχους της.
Αισθάνθηκα να τα ‘χω χαμένα όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ,
ότι αληθινός μου πατέρας, αληθινή μάννα μου, δεν ήσαν αυτοί, που με είχαν αναστήσει».

  «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή αλλαγή τού πρώτου συνθετικού.
Αρκεί κανείς να βάλει παν-πρώτο-υπέρ-αρχι- μπροστά σε ένα θέμα.
Αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μία ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων.
Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν μέσα στα δε σαν μία σημασιολογική κλίμακα ορθωμένη
προς τον ουρανό των λέξεων».

  «Ίλιγγος λέξεων, που μόνον τα Ελληνικά μπορούν να προσφέρουν,
γιατί μόνον αυτά εξερεύνησαν, κατέγραψαν, ανέλυσαν
τις ενδότατες διαδικασίες της ομιλίας και της γλώσσης όσο καμιά άλλη γλώσσα».

Jacques Lacarrière

ΟΜΗΡΟΣ

kion1ΟΜΗΡΟΣ

 

Terence Irwin

 

 Η σπουδαιότητα του Ομήρου[1]

 

Ένας από τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους, ο Ξενοφάνης (580-480 π.Χ.), εξηγεί ότι επικρίνει τον Όμηρο επειδή «στην αρχή όλοι μαθαίνουν απ’ τον Όμηρο»[2]. Ο Ξενοφάνης έχει δί­κιο να θεωρεί τον Όμηρο μοναδική αυθεντία. Κι αυτό, διότι οι Έλληνες δεν είχαν Γραφές ανάλογες με τη Βίβλο ή το Κοράνι· είχαν, όμως, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, τα δύο μεγάλα έπη που αποδόθηκαν στον Όμηρο[3]. Τα έπη αυτά δεν ήταν κείμενα αυθεντίας, προστατευμένα από την κριτική ή ερμηνευμένα από εντεταλμένους ερμηνευτές- και σίγουρα δεν αποτελούσαν τυπικό δογματικό πρότυπο για κανένα θρησκευτικό σύστημα.

Παρόλα αυτά, τα Ομηρικά Έπη ήταν αντίστοιχα της Βίβλου στο βαθμό που πολλοί εγγράμματοι Έλληνες τα διδάσκονταν, ενώ οι Αθηναίοι τα άκουγαν να απαγγέλλονται δημοσίως. Περισσότερα από χίλια χρόνια μετά την εποχή του Ομήρου, μάλιστα, ο Αυγουστίνος διδασκόταν ακόμη τα έπη. Ένας ρήτορας, προσφεύγοντας στην ομηρική αυθεντία, σημειώνει:

Οὔτω γάρ ὑπελαβον ὑμῶν οἱ πατέρες σπουδαῖον εἶναι ποιητήν ὥστε νόμον ἔθεντο καθ’ ἑκάστην πεντετηρίδα τῶν Παναθηναίων μόνου τῶν ἄλλων ποιητῶν ραψωδεῖσθαι τά ἔπη.

Οι πατέρες σας τον θεωρούσαν τόσο έξοχο ως ποιητή που πέρασαν έναν νόμο ο οποίος όριζε πως κάθε πέντε χρόνια εκείνου μόνο, απ’ όλους τους ποιητές, τα έργα θα απαγγέλλονταν από ραψωδούς στη γιορτή των Παναθηναίων[4].

  Συνέχεια ανάγνωσης «ΟΜΗΡΟΣ»