Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

kion1«…ΕΠΑΝΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΡΟΣ ΑΛΛΗΛΟΥΣ»:

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ[1]

Josef Wiesehofer

Στη μνήμη χου Peter Herrmann (1927-2002), με ευγνωμοσύνη

 Εισαγωγή

Η στάση του Μεγάλου Βασιλιά της Περσίας Δαρείου του Β΄ και των σατραπών του προς τις δύο ελληνικές συμμαχίες υπήρξε αποφασιστική για την έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο πόλεμος κρίθηκε υπέρ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους μόνον όταν οι Αχαιμενίδες προσέφεραν την υποστή­ριξή τους στους Σπαρτιάτες, αντιδρώντας αρχικά στη βοήθεια των Αθηναίων προς τον επαναστάτη Αμόργη και έπειτα στις αθηναϊκές επιτυχίες μετά το 410 π.Χ. Το γεγονός ότι η βοήθεια των Περσών προς τους εχθρούς της Αθήνας δεν αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά θέματα του Θουκυδίδη και ότι τα περσικά χωρία του έργου γενικά αποδεικνύονται μάλλον λιγοστά, θα μπορούσε να αποδοθεί εν μέρει στις προκαταλήψεις του ιστορικού. Η ερμηνεία αυτή, όμως, δεν μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί ο Θουκυδίδης μνημονεύει κάποια γεγονότα της ιστορίας των ελληνοπερσικών σχέσεων, ενώ για κάποια άλλα σιωπά.

Η μελέτη αυτή έχει τρεις σκοπούς: πρώτον, να ορίσει και να περιγράφει τον ρόλο των Περσών πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και κατά τη διάρκεια αυτού, έτσι όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης· δεύτερον, να εξετάσει την άποψη του ιστορικού για τους Πέρσες, σε σύγκριση κυρίως με τις απόψεις των συγγραφέων της εποχής του· και, τέλος, να θίξει το ζήτημα της παράδοσης των περσικών ονομάτων και των θεσμών της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών από τον Θουκυδίδη.

  Ο Θουκυδίδης και οι Περσικοί Πόλεμοι

 Όταν πρόκειται για τις συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων και των Μεγάλων Βασιλέων, ο Θουκυδίδης είναι φειδωλός: η μόνη αναφορά στις πολιτικές φιλοδοξίες του Κόρου και του Καμβύση συνδυάζεται με την αναφορά στην ανάπτυξη των ελληνικών θαλάσσιων δυνάμεων και το τέλος της ιωνικής επίδειξης δύναμης (1.13.6· 1.14.2· 1.16.1). Ακόμη και οι ελληνικές εκστρατείες του Δαρείου του Α΄ και του γιου του, του Ξέρξη, θίγονται με τρόπο μάλλον επιφανειακό (1.18.1 κ.ε.· 1.23.1· 2.34.5) ή στα συμφραζόμενα της συνέλευσης στη Σπάρτη το 432/1 π.Χ., όταν πρόκειται να περιγραφούν οι αδυναμίες της Σπάρτης (δημηγορίες των Κορινθίων και των Αθηναίων) ή τα προτερήματα της Αθήνας (δημηγορία των Αθηναίων) (1.69.5· 1.73.2-74.4).[2] Το χωρίο 1.23.1 καθιστά σαφές ότι ο ιστορικός υποβάθμισε τη σημασία των Περσικών Πολέμων για να προσδώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον Πελοποννησιακό Πόλεμ.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»

ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

kion1ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

           το πρώτο κεφάλαιο από την

           «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ»

Λήψη του αρχείου

Stephen R. L. Clark

 Οι απαρχές

Η αυλαία της ιστορίας σηκώνεται και αποκαλύπτει έναν κόσμο ήδη αρχαίο, γεμάτο από πόλεις ερειπωμένες και τρόπους σκέψης πεπαλαιωμένους. Η επίσημη θεωρία σήμερα εισηγείται ότι εκατό χιλιάδες χρόνια πριν υπήρχαν άνθρωποι που μας έμοιαζαν πολύ σωματικά. Λίθινα τεχνουργήματα και βραχογραφίες χρονολογούνται από το 40.000 π.Χ., και πιθανόν πολύ πριν από αυτά να υπήρχαν πλεγμένα καλάθια, ζωγραφική από άμμο και δραματική τέχνη. Η εμπειρία από τους σημερινούς πρωτόγονους δείχνει ότι οι πρόγονοί μας, ακόμη και αν δεν είχαν τις δικές μας τεχνικές ικανότητες, κατά κανόνα κάλυπταν χωρίς μεγάλη δυσκολία τις καθημερινές τους ανάγκες, και είχαν χρόνο για να παίζουν, να φαντασιώνονται, να συζητούν. Μπορεί, όπως έχουν προτείνει κάποιοι σύγχρονοι, να συζητούσαν κυρίως για τη συγγένεια, να επινοούσαν ιστορίες για να πιστοποιήσουν και να εξηγήσουν τους νόμους τους περί ενδογαμίας, αλλά και για τη φιλοξενία και το κυνήγι. Μπορεί, όπως πρότεινε μια προηγούμενη γενιά θεωρητικών παλαιοανθρω­πολόγων, οι ιστορίες τους για ήρωες, δεσποσύνες, δράκοντες να ήταν κωδικοποιημένα μηνύματα για τον ήλιο και τα αστέρια. Ωστόσο, απλώς με τη συζήτηση, εξασφάλιζαν ότι οι ιστορίες τους δεν αφορούσαν μόνο τη συγγένεια, ούτε μόνο τον ουρανό.

            Όπως άλλα κοινωνικά ζώα γνέφαμε ο ένας στον άλλο, σημειώναμε τις αγαπημένες μας διαδρομές, παίζαμε με τα παιδιά, εδραιώναμε ιεραρχίες, και ακούγαμε τους πεπειραμένους γηραιότερους (χωρίς να τους πιστεύουμε απόλυτα). Οι πανάρχαιοι μύθοι μας επιχειρούν να εξηγήσουν γιατί τα μη ανθρώπινα έμβια δεν μιλούν πια με ανθρώπινη φωνή, γιατί ο ουρανός δεν εφάπτεται πια με τη γη, γιατί τα αδέλφια δεν πρέπει πια να ζευγαρώνουν μεταξύ τους, γιατί γερνάμε και πεθαίνουμε (κάτι που, όπως έλεγαν, δεν συνέβαινε αρχικά), και γιατί υπάρχει το οτιδήποτε. Τότε υπήρχαν πολεμιστές, και κηπουροί, κτίστες, υφάντρες, νοσοκόμοι, μάγειροι, τεχνίτες, και μάγοι. Ενδεχομένως, υπήρχαν και άνθρωποι με τη φήμη ότι αφηγούνται θαύματα, ότι μεταφέρουν μηνύματα από τον ουρανό ή από τους αείμνηστους προγόνους μας. Ορισμένοι αφηγούνταν πιο περίπλοκες ιστορίες για να δικαιολογήσουν ό,τι έμοιαζε λάθος, ενώ οι αντίπαλοί τους, ενδεχομένως, επε- δίωκαν να μειώσουν την επιρροή που είχαν οι αφηγήσεις τους στον λαό με άλλες ιστορίες ή με λιγότερο αφηγηματικούς τρόπους διασκέδασης.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»