Ο ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

kion1Ο Κάτω Κόσμος των αρχαίων Ελλήνων

 Robert von Ranke Graves

«Οι ελληνικοί μύθοι»

Εκδόσεις Πλειάς – Ρούγκας, 1979 [τόμος 1, σελ. 125-131]

Όταν τα πνεύματα κατεβαίνουν στον Τάρταρο, που η κύρια είσοδός του βρίσκεται σ’ ένα σύδεντρο από μαύρες λεύκες δίπλα στο ρέμα του Ωκεανού, οι ευσεβείς συγγενείς εφοδιάζουν το καθένα απ’ αυτά μ’ ένα νόμισμα τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του πτώματός του. Έτσι τα πνεύματα είναι σε θέση να πληρώσουν τον Χάρωνα, αυτόν τον δυστυχή, που τα μεταφέρει με μια μισοσαπισμένη βάρκα και διασχίζουν τη Στύγα. Το μισητό αυτό ποτάμι ορίζει τον Τάρταρο από τη δυτική πλευρά[1], και έχει για παραποτάμους του τον Αχέρωντα, τον Φλεγέθοντα, τον Κωκυτό, την Αορνίδα και τη Λήθη. Τα πνεύματα που δεν έχουν νόμισμα, είναι υποχρεωμένα να περιμένουν για πάντα στην αποδώ όχθη, εκτός κι αν έχουν ξεφύγει από τον Ερμή, τον οδηγό τους, και κατηφορίζουν μπαίνοντας κρυφά από κάποιο παραπόρτι, όπως αυτά στο Ταίναρο[2] της Λακωνίας ή στο Άορνο της Θεσπρωτίας. Ένας σκύλος με τρία κεφάλια ή λένε μερικοί, με πενήντα κεφάλια, ονόματι Κέρβερος, φρουρεί την απέναντι όχθη της Στυγός, έτοιμος να κατασπαράξει τους ζωντανούς παρείσακτους ή τα πνεύματα που θα δοκίμαζαν να δραπετεύσουν.[3]

Β. Το πρώτο τμήμα του Τάρταρου περιλαμβάνει τον άχαρο Ασφοδελό Λειμώνα, όπου οι ψυχές των ηρώων στέκουν χωρίς σκοπό ανάμεσα στη σύναξη των λιγότερο διακεκριμένων νεκρών που τερετίζουν σαν τις νυχτερίδες και όπου μόνο ο Ωρίων έχει ακόμη το κουράγιο να κυνηγάει τα φασματικά ελάφια.[4] Δεν υπάρχει ούτε ένας ανάμεσά τους που δεν θα προτιμούσε να είναι δούλος ακτήμονα χωριάτη παρά βασιλιάς στον Τάρταρο. Η μόνη τους ευχαρίστηση είναι οι σπονδές με αίμα που κάνουν γι’ αυτούς οι ζωντανοί: όταν το πίνουν, αισθάνονται και πάλι σχεδόν σαν άνθρωποι.  Πέρα απ’ αυτό το λιβάδι βρίσκεται το Έρεβος και το παλάτι του Άδη και της Περσεφόνης. Στα αριστερά του παλατιού καθώς το πλησιάζει κανείς, ένα άσπρο κυπαρίσσι σκιάζει την πηγή της Λήθης, όπου τα κοινά πνεύματα συνάζονται και σκύβουν για να πιουν. Οι μυημένες ψυχές αποφεύγουν αυτό το νερό και προτιμούν να πίνουν από την πηγή της Μνημοσύνης, που τη σκιάζει μια άσπρη λεύκα [;], πράγμα που τους πορίζει κάποιο πλεονέκτημα απέναντι στους όμοιούς τους.[5]

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ

kion1Ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία καί ἡ ποίηση τῆς πόλεως

(αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Thomas Alexander Szlezák

«Τι ὀφείλει η Εὐρώπη στους Ἕλληνες»

Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στην ἑλληνική ἀρχαιότητα)

 Λήψη του αρχείου

Μέ αὐτο τό κεφάλαιο θά ἀναφερθοῦμε σέ ἕνα φαινόμενο μοναδικό στήν ἱστορία τοῦ πνεύματος: στή δημιουργία μίας νέας μορφῆς πολιτείας, τῆς δημοκρατίας, καί στήν ταυτόχρονη δημιουργία μίας νέας μορφῆς ποιήσεως, τοῦ δράματος, καί τῶν δύο βασικῶν μορφῶν του, τῆς τραγωδίας καί τῆς κωμωδίας. Καί τά δύο, τόσο ἡ δημοκρατία ὅσο καί τό δράμα, καθορίζουν ἕως σήμερα ὄχι μόνον τήν πολιτική καί λογοτεχνική μας ζωή ὑπό τή στενότερη ἔννοια, ἀλλά καί τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τό παρόν μας, ἑρμηνεύουμε τό παρελθόν μας καί προβλέπουμε τό μέλλον μας.

Δέν εἶναι μοναδική στήν ἱστορία οὔτε ἡ ἀνάδειξη μίας νέας πολιτειακῆς μορφῆς οὔτε ἡ ἀνάπτυξη μίας νέας μορφῆς ποιήσεως – ὅμως δέν θά βροῦμε τόσο εὔκολα παράλληλο παράδειγμα γιά τή στενή σύνδεση τῶν δύο διαδικασιῶν, ὅπως μποροῦμε νά τίς παρατηρήσουμε στήν Ἀθήνα τοῦ 5ου αἰώνα π.Χ. Τό δράμα καί στίς δύο του μορφές, ὡς σοβαρή καί ὡς κωμική παράσταση ἀπό ἠθοποιούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἀφηγοῦνται παρελθόντα γεγονότα (ὅπως οἱ ἐπικοί ποιητές), οὔτε τραγουδοῦν τήν προσωπική τους θυμική διάθεση (ὅπως οἱ λυρικοί), ἄλλα παρουσιάζουν στούς θεατές διαφορετικά ἀπό τόν ἑαυτόν τους πρόσωπα, ὑποδυόμενοι ρόλους σάν νά ἦσαν σύγχρονοι καί πραγματικοί –οἱ Ἕλληνες τήν ὀνόμαζαν «μίμηση», δηλαδή παράσταση- αὐτο τό μιμητικό δράμα εἶναι ἡ ποίηση τῆς δημοκρατικῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν μέ τριπλή ἔννοια.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ»