ΟΙ ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

kion1 Οι Ατομικοί φιλόσοφοι*

C.C.W. Taylor

Λήψη του αρχείου

Η Ατομική θεωρία υπήρξε επίτευγμα δύο στοχαστών του 5ου αι. π. X., του Λεύκιππου και του Δημόκριτου. Ο Αριστοτέλης, η κύρια πηγή που διαθέτουμε, αποδίδει την Ατομική θεωρία στον πρώτο, μια σκιώδη μορφή ακόμη και κατά τους αρχαίους χρόνους, που υποσκελίσθηκε από τον πιο φημισμένο διάδοχό του, τον Δημόκριτο, σε τόσο μεγάλο, μάλιστα, βαθμό ώστε η θεωρία να καταλήξει γενικά να θεωρείται έργο του τελευταίου. Ο Επίκουρος, ο οποίος ανέ­πτυξε και εκλαΐκευσε την Ατομική θεωρία στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αι. π. X. (ακολουθώντας την παράδοση που διαμόρφωσαν διάφοροι στοχα­στές, όπως ο Ναυσιφάνης και ο Ανάξαρχος, που σήμερα αποτελούν απλά μόνο ονόματα), έφτασε ακόμα και να αρνείται ότι ο Λεύκιππος ήταν υπαρκτό πρό­σωπο. Περισσότερες πληροφορίες διαθέτουμε για τον Δημόκριτο (βλ. σ. 20). Η ακριβής σχέση μεταξύ Λεύκιππου και Δημόκριτου παραμένει ασαφής. Ο Πλά­τωνας ποτέ δεν αναφέρει το όνομα του ενός ή του άλλου. Ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του θεωρούν τον Λεύκιππο εισηγητή της Ατομικής θεωρίας αλλά απο­δίδουν την πατρότητα των βασικών αρχών της τόσο στον Λεύκιππο όσο και στον Δημόκριτο. Μεταγενέστερες πηγές τείνουν να αντιμετωπίζουν τη θεωρία ως έργο αποκλειστικά του Δημόκριτου. Ενώ είναι σαφές ότι η θεωρία έλκει την προέλευσή της από τον Λεύκιππο, οι δύο στοχαστές είναι πιθανό να συνεργά­στηκαν σε κάποιον βαθμό αλλά και περίπου βέβαιο ότι ο Δημόκριτος ανέπτυξε τη θεωρία σε διάφορα πεδία· για παράδειγμα την επεξέτεινε, ώστε να συμπεριλάβει μια υλιστική ψυχολογία, μια εκλεπτυσμένη επιστημολογία και μια έκθε­ση για την πρόοδο της κοινωνίας η οποία αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στην ικα­νότητα του ανθρώπου να διδάσκεται από τον παράγοντα της τύχης[1].

  ΦΥΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Περί γενέσεως καί φθοράς, 1. 7-8 324a35- 325a31), οι εκπρόσωποι της Ατομικής θεωρίας επιχείρησαν να συμβιβάσουν τα ορατά δεδομένα της πολλαπλότητας, της κίνησης και της μεταβολής με την ελε­ατική απόρριψη της δυνατότητας γένεσης και φθοράς. Όπως ο Αναξαγόρας και ο Εμπεδοκλής, έθεσαν ως αξιωματική αρχή της θεωρίας τους τα αμετάβλητα πρωτογενή στοιχεία και εξήγησαν τη φαινομενική γένεση και φθορά με τη συνέ­νωση και τον χωρισμό αυτών των στοιχείων. Συνέλαβαν όμως τα πρωτογενή στοιχεία και τις διαδικασίες γένεσης και φθοράς με ριζικά διαφορετικό τρόπο απ’ ό, τι ο Αναξαγόρας και ο Εμπεδοκλής. Για τον Αναξαγόρα, τα πρωτογενή στοιχεία ήταν ορατά υλικά και ιδιότητες, για τον Εμπεδοκλή τα στοιχεία: η γη, ο αέρας, η φωτιά και το νερό’ και για τους δύο οι πρωτογενείς διαδικασίες έγκεινται στην ανάμιξη και τον διαχωρισμό αυτών των πρωταρχικών στοιχεί­ων. Για τους Ατομικούς φιλοσόφους, αντίθετα, τα τελευταία δεν ήταν ιδιότητες ή υλικά αλλά φυσικά άτομα, και οι πρωτογενείς διαδικασίες δεν ήταν η ανάμι­ξη και ο διαχωρισμός τους αλλά ο σχηματισμός και η διάλυση συνόλων από αυτά τα άτομα. Επιπλέον, τα βασικά άτομα ήταν αόρατα, σε αντίθεση με τα ορατά υλικά του Αναξαγόρα και τα ορατά στοιχεία του Εμπεδοκλή. Συνεπώς, οι ιδιότητες των ατόμων δεν ήταν ορατές, αλλά έπρεπε να αποδοθούν στα άτομα μόνο θεωρητικά.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΟΙ ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ»

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ: Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

kion1ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ:

        Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

 Λήψη του αρχείου

Egbert J. Bakker

Ο Θουκυδίδης συνέγραψε τον Πόλεμο των Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Αναγνωρίζουμε αυτό το έργο, όχι μόνο για το πνευματικό επίτευγμα και τη βαθιά γνώση της ιστορίας και της ανθρώπινης φύσης αλλά επίσης και για την πρόοδο που αντιπροσωπεύει στην εξέλιξη της γραφής ως μέσου επικοινωνίας. Με τον Θουκυδίδη η αρχαία ελληνική γραφή έχει προχωρήσει πέρα από την απλή καταγραφή των όσων λέγονται. Ο Θουκυδίδης, όπως παρατηρούμε, είναι ένας αληθινός συγγραφέας που απευθύνεται άμεσα, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία, σε ένα κοινό που διαβάζει. Ο Πόλεμος των Πελοποννησίων και των Αθηναίων είναι ένα ‘αναγνώσιμο’ κείμενο, μια συζήτηση που προορίζεται για άμεση πρόσληψη μέσα από τη γραπτή σελίδα χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας φωνής που διαβάζει. Ως προς αυτό υπάρχει μια φυσική αντίθεση ανάμεσα στον Θουκυδίδη και στις ‘ακουστικές’ Ιστορίες του Ηροδότου, ένα έργο που προορίζεται να ακουστεί σε δημόσια διάλεξη και που έχει πολλά γνωρίσματα που συνδέονται με την παρουσία μιας φωνής.[1] Η αντίθεση αποτελεί, από την οπτική γωνία του ίδιου του Θουκυδίδη, όχι μόνο ένα ζήτημα μέσου αλλά και ένα ζήτημα ανθεκτικότητας του μηνύματος. Η γραφή του Θουκυδίδη τον διευκολύνει να απευθυνθεί σε ένα αναγνωστικό κοινό πέρα από το ακροατήριό του εκείνης της στιγμής: το κτῆμα ἐς αἰεΐ είναι ισχυρότερο από το ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν. Η γραφή επικρατεί του προφορικού λόγου.

            Μια τέτοιου είδους σύγκριση όμως ανάμεσα στον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο δεν σημαίνει ότι η γραφή του Θουκυδίδη είναι αυταπόδεικτη ή χωρίς προβλήματα. Μάλιστα, ακριβώς η επιμονή του έργου στον ίδιο τον γραπτό χαρακτήρα του θα έπρεπε να μας προειδοποιήσει να μη θεωρούμε τα πράγματα εντελώς δεδομένα. Η ερώτηση που πρέπει να τεθεί είναι πώς ένας Αθηναίος στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. θα είχε συλλάβει κείμενα που δεν προορίζονταν να αποτελέσουν τις γραπτές σημειώσεις μιας προφορικής διάλεξης ή τη γραπτή αποτύπωση ενός δημόσιου λόγου.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ: Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ»