Ζεύξη Απολλώνιου και Διονυσιακού
Από το βιβλίο του Ν.Σαρρή
«ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Φιλοσοφία της Κοινωνίας και της Πολιτείας ως τον Αριστοτέλη»
Παράλληλα, η συγκεκριμενοποίηση αποτελεί το μέτρο της λογικής όχι τόσο με την υποταγή, αλλά με τον έλεγχο του συναισθήματος, όχι με την κυριαρχία του τελευταίου από άλογες δυνάμεις, αλλά με την αυτοκυριαρχία του ίδιου. Έτσι, η μετάβαση από το Διονυσιακό στο Απολλώνιο, τερματικά διατηρεί τη νοσταλγική μνήμη της αφετηρίας της: το πολιτισμικό συγκείμενο της κλασικής αρχαιότητας και στην απολλώνιά του μορφή συγκροτείται σε αμάλγαμα όπου εξισορροπούν το συναίσθημα και ο νους κατά αδιάσπαστο μέτρο. Γιατί εκείνο που επιζητείται δεν είναι η βάναυση επιβολή του ενός στοιχείου πάνω στο άλλο, αλλά η οργανική ζεύξη των δύο σε πορεία αμφίδρομης εκλογίκευσης.
Και τούτο γιατί η πορεία αυτή είναι πριν απ’ όλα η νίκη των δυνάμεων της φύσης και ο εξοβελισμός του υπερφυσικού· πρόβαση άλλωστε στην οποία οφείλεται και η εκκοσμίκευση που πιο πάνω αναφέραμε. Αλλά ταυτόχρονα, η ίδια η πρόβαση ανήκει στον δυναμικό τύπο της κοινωνίας όπου βλέπουμε μια καλλιέργεια να διακινείται σταθερά από το υπερφυσικό στο φυσικό. Η προεισαγωγή αυτής της καλλιέργειας, πιο ειδικά της Τέχνης της και γενικότερα η προκαταρκτική εποχή που τη δημιούργησε, αρχίζει με τη Μυθολογία, που παριστά τη φάση του γίγνεσθαι και τον αναβρασμό του ελληνικού πολιτισμού. Στη Μυθολογία, βλέπουμε την πρόβαση του κατά διαβάθμιση εξανθρωπισμού. Ο ανθρωπομορφισμός σαν εξανθρωπισμός έρχεται όχι απότομα, αλλά βαθμιαία και εξελικτικά. Οι Πάνες, οι Σάτυροι, οι Κένταυροι κ.ά, συνθέτουν τη μετάβαση από τη ζωώδη κατάσταση στην ανθρώπινη. Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι μιας Διονυσιακής Τέχνης κατά τη Νιτσεϊκή έκφραση, μιας εποχής που ξεχειλίζει από το σφρίγος της ζωής, από τις ορμές της. Μια εποχή αισθησιακή στο έπακρο και αισθητικά άρτια


Το πρώτο και ίσως μεγαλύτερο καλλιτεχνικό δημιούργημα των Ελλήνων είναι η γλώσσα τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «βάρβαρος» σήμαινε αρχικά αυτόν που βγάζει άναρθρους ήχους: η λέξη μιμείται ηχητικά το κακόφωνο ρέκασμα των ξένων λαών, στους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες συγκατάλεγαν αρχικά όχι μόνο τους Αφρικανούς και τους Ασιάτες, αλλά και τους Μακεδόνες και τους Ρωμαίους. Σιγά-σιγά η λέξη βάρβαρος έγινε απλώς πολιτιστική έννοια: όποιος μιλούσε και σκεφτόταν ελληνικά, δεν ήταν πια βάρβαρος. Αλλά, όπως είναι γνωστό, αυτό έκαναν σχεδόν όλοι οι κυρίαρχοι λαοί στα τέλη της αρχαιότητας: ειδικά οι Ρωμαίοι έγιναν κυριολεκτικά δίγλωσσος λαός. Στην αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι η γαλλική τον δέκατο όγδοο αιώνα, γιατί δεν είχε δίπλα της, όπως τα γαλλικά, άλλες γλώσσες και λογοτεχνίες που ν’ αποτελούν ασθενέστερους μεν, αλλά εξελίξιμους αντίπαλους.