Η ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

kion1Η Αστρολογία στην Aρχαία Ελλάδα

 

της Ευγενίας Παπαλά

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ξεκινά σε γενικές γραμμές από το 2600 π.Χ. και φτάνει στην ακμή του μέχρι το 1600 π.Χ. Αυτή είναι η «χρυσή εποχή» της Ελλάδας, η οποία παρήκμασε με την κάθοδο των Δωριέων από τον Βορρά, μετά το 1100 π.χ. Με τους συνεχείς πολέμους, τις επανειλημμένες καταστροφές και την παρατεταμένη κατοχή των Δωριέων, έπαυσε κάθε πνευματική δραστηριότητα.  Εκμηδενίστηκε η απήχηση των φιλοσοφικών αντιλήψεων των Ορφικών, και μαζί με αυτές, η αστρολογική γνώση που πήγαζε από τις ουράνιες καταγραφές τους και τις κοσμολογικές παρατηρήσεις τους. Όλος σχεδόν ο προγενέστερος πολιτισμός και η γνώση, εξολοθρεύτηκαν. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γιατί εμφανίζεται αιώνες αργότερα η αστρολογική εφαρμογή στην χώρα μας, χωρίς γνωσιακή αλληλουχία, με στοιχεία δανεισμένα από την αστρολατρεία των Μεσοποτάμιων λαών, όταν συναντήθηκαν με το αρχαιοελληνικό πνεύμα μέσα από τις κτήσεις του Μέγα Αλέξανδρου.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

kion1Ἀ­πὸ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ στὸ «Πλά­τω­νος Συμ­πό­σι­ο»

(τό ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­να­φέ­ρε­ται εἰς τόν παι­δι­κόν – ἐ­φη­βι­κόν ἔ­ρω­τα)*

  Ἰ­ω­άν. Συ­κου­τρὴ

SykoutrhsἩ προ­έ­λευ­σις τοῦ θε­σμοῦ τού­του δεν μᾶς εἶ­ν’ ἐ­πα­κρι­βῶς γνω­στή. Δὲν ὑ­πάρ­χει ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­τι εἶ­ναι γέν­νη­μα τῆς ζω­ῆς τοῦ στρα­το­πέ­δου καὶ ὅ­τι ἀ­νή­κει εἰς ἐ­πο­χὰς με­τα­να­στεύ­σε­ων καὶ νο­μα­δι­κῶν πε­ρι­πε­τει­ῶν πο­λε­μι­κῶν στι­φῶν, κα­τὰ τάς ὁ­ποί­ας αἱ γυ­ναῖ­κες λεί­πουν, ἢ εἶ­ναι ἀ­ριθ­μη­τι­κῶς ἀ­νε­παρ­κεῖς. Τ’ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὄ­χι μό­νον ἡ ἀ­να­λο­γί­α πρὸς ἄλ­λους λα­ούς[1], εἰς τοὺς ὁ­ποί­ους οἱ ἀρ­χαῖ­οι πα­ρε­τή­ρη­σαν τὴν ὕ­παρ­ξιν τοῦ ἐ­θί­μου (τοὺς Γα­λά­τας καὶ τοὺς Γερ­μα­νούς), καὶ λα­οὺς τῶν νε­ω­τέ­ρων χρό­νων (θὰ ἀ­νέ­φε­ρα τοὺς Τούρ­κους), ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ κα­τό­πιν συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν πο­λε­μι­κὴν ζω­ήν, τὰ στρα­τι­ω­τι­κὰ κα­θή­κον­τα καὶ τὴν γυ­μνα­στι­κήν[2]. Ἀλ­λὰ τὸ ζή­τη­μα, δὲν εἶ­ναι ἂν μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ὡ­δή­γη­σε καὶ ὁ­δη­γεῖ πάν­το­τε εἰς δι­α­στρο­φὰς· αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου προ­βλη­μα­τι­κόν. Τὸ πρό­βλη­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται, ἀ­πὸ τὴν στιγ­μὴν πού μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­ξευ­γε­νι­ζε­ται, γε­μί­ζει μ’ ἒν ἀ­νώ­τε­ρον πνευ­μα­τι­κὸν καὶ ἠ­θι­κὸν πε­ρι­ε­χό­με­νον ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τόν παι­δι­κὸν ἔ­ρω­τα εἰς τοὺς Ἕλ­λη­νας, καὶ μό­νον εἰς αὐ­τούς[3]. Καὶ ἀ­πὸ τῆς ἀ­πό­ψε­ως αὐ­τῆς ἡ προ­ὲ­λευ­σις τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ παι­δι­κοῦ ἔ­ρω­τος εἶ­ναι σκο­τει­νή. Βε­βαί­ως ὀρ­θὴ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­τή­ρη­σις[4] ὅ­τι εἰς τὸ ἔ­θι­μον αὐ­τό ὑ­πο­κρύ­πτε­ται ἴ­σως ἡ πρω­τό­γο­νος πί­στις, ὅ­τι ἡ ἀν­δρι­κὴ δύ­να­μις καὶ ζω­τι­κό­της δύ­να­ται νὰ με­τα­βι­βα­σθῇ ἐκ τῶν ὡ­ρί­μων εἰς τὸν ἀ­νώ­ρι­μον δι­ὰ πρά­ξε­ως ὑ­λι­κῆς καὶ ὁ­ρα­τῆς, πί­στις εἰς τὴν ὁ­ποί­αν καὶ ἡ ἀν­θρω­πο­φα­γί­α στη­ρί­ζε­ται ἀ­κό­μη. Ἀλ­λ’ ἡ ἑρ­μη­νεί­α αὐ­τὴ δὲν ἐ­παρ­κεῖ, νο­μί­ζω, νὰ ἑρ­μη­νεύ­σῃ πλή­ρως τό φαι­νό­με­νον. Δι­α­πι­στώ­νο­μεν μό­νον, ὅ­τι ἐ­νω­ρίς ἐ­χρη­σι­μο­ποι­ή­θη ὁ παι­δι­κὸς ἔ­ρως, δι­ά ν’ ἀ­να­πτύ­ξῃ, τὸ αἴ­σθη­μα τῆς τι­μῆς (αὐ­τό πού θὰ το­νί­σῃ ὁ Φαῖ­δρος εἰς τὸν λό­γον του), ἰ­δί­ως εἰς τὸν πὸ­λε­μον. Εἰς τὸ βά­θος ὑ­πό­κει­ται ἡ ὀρ­θὴ ψυ­χο­λο­γι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­σις, ὅ­τι ὁ ἐ­ρω­τι­σμός αὐ­ξά­νει πάν­το­τε εἰς τὸ ἀρ­σε­νι­κὸν τὴν μα­χη­τι­κό­τη­τα καὶ δε­κα­πλα­σι­ά­ζει τάς δυ­νά­μεις του. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι εἶ­χαν νά δι­η­γοῦν­ται ἕ­να πλῆ­θος σχε­τι­κῶν πα­ρα­δειγ­μά­των[5], ἀ­πο­τε­λοῦν τὸ κα­λύ­τε­ρον ἑρ­μη­νευ­τι­κόν ὑ­πό­μνη­μα εἰς τοὺς λό­γους τοῦ Φαί­δρου καὶ τοῦ Παυ­σα­νί­ου. Ὁ Πλού­ταρ­χος λ.χ. μὰς ἀ­να­φέ­ρει εἰς τὸν Ἐ­ρω­τι­κὸν του 761c τὸ πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς πο­λε­μι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἰς τὴν μά­χην ὠ­λί­σθη­σε καὶ ἔ­πε­σε πρη­νὴς ὁ ἐ­χθρὸς ἦ­τον ἕ­τοι­μος νὰ τὸν κτυ­πὴ­σῃ, καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν πα­ρε­κά­λε­σε νὰ πε­ρι­μέ­νῃ ὀ­λί­γον νὰ στρα­φῇ ὕ­πτι­ος, ὥ­στε νὰ μὴ τὸν ἴ­δῃ ὁ ἐ­ρω­μέ­νος τοῦ πλη­γω­μέ­νου εἰς τὰ νῶ­τα. Εἰς τὴν Χαλ­κί­δα ἐ­δεί­κνυ­αν τὸν τά­φον ποῦ Θεσ­σα­λοῦ ἱπ­πέ­ως Κλε­ο­μά­χου, τὸν ὁ­ποῖ­ον ὡς ἥ­ρω­α ἔ­θα­ψαν εἰς τὴν ἀ­γο­ρὰν καὶ ἐ­λά­τρευ­αν. Εἶ­χεν ἔλ­θει ὡς σύμ­μα­χος τῶν Χαλ­κι­δέ­ων εἰς τὸν πε­ρί­φη­μον πό­λε­μον κα­τὰ τῆς Ἐ­ρε­τρί­ας πε­ρὶ τοῦ Λη­λαν­τί­ου πε­δί­ου. Εἰς τὴν μά­χην οἱ Χαλ­κι­δεῖς ἐ­πι­έ­ζον­το σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ρο­χὴν τοῦ ἱπ­πι­κοῦ τῶν ἀν­τι­πά­λων. Ὁ κίν­δυ­νος ἦ­το με­γά­λος, ὅ­λοι ἐ­ζη­τοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς Θεσ­σα­λοὺς ἱπ­πεῖς νὰ ἐ­ξορ­μή­σουν. Ὁ Κλε­ό­μα­χος ἐ­ρω­τᾷ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νον του, ἂν θὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ἔ­βλε­πε μα­χό­με­νον, καὶ με­τὰ κα­τα­φα­τι­κὴν ἐ­κεί­νου ἀ­πάν­τη­σιν, ὁ Κλε­ό­μα­χος τὸν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τοῦ φο­ρέ­σῃ μὲ τὰ χέ­ρι­α του τὸ κρά­νος, τὸν φι­λεῖ καὶ ὁρ­μᾶ ὁ­λο­τα­χῶς πρὸς τὴν πυ­κνὴν φά­λαγ­γα τοῦ ἐ­χθρι­κοῦ ἱπ­πι­κοῦ — δι­ὰ νὰ μὴ γυ­ρί­σῃ ὅ­πως ὁ von Langenau τοῦ Rilke ἐ­κέρ­δι­σε τὴν ἀ­θα­να­σί­αν καὶ τὴν νί­κην εἰς ἕ­να με­θύ­σι ἡ­ρω­ι­σμοῦ, ἔ­ρω­τος, θα­νά­του.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ»