Ο ΤΥΡΑΝΝΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

kion1  Ο τυραννικός άνθρωπος[*]

(Πολιτείας Θ΄571a – 577b)

 Στέλιου Ράμφου

Δείτε και εδώ

Μετά όσα ο Πλάτων εξέθεσε στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας για το τυραννικό πολίτευμα, ανοίγει το 9ο βιβλίο για το θέμα του τυραννικού άνδρα. Θέλει να εξηγήσει πώς γεννιέται από τον δημοκρατικό άνθρωπο, ποιός είναι ο χαρακτήρας του και ποιά είναι η ζωή του – άθλια ή μακάρια. Επειδή όμως το τυραννικό ήθος συνυφαίνεται με την επιθυμία, θα εκκίνηση από κάποια γενικά περί επιθυμιών.

Μεταξύ των μη αναγκαίων ηδονών και επιθυμιών, γράφει, ωρισμένες φαίνονται άλογες και αθέμιτες και είναι έμφυτες στον καθένα. Πιεζόμενες οι επιθυμίες αυτές από τις έλλογες επιθυμίες, σε άλλους εξασθενούν και σε άλλους εξαλείφονται όμως σε άλλους παραμένουν αμείωτες – ισχυρές και πληθωρικές. Πρόκειται κατ’ εξοχήν για τις ενύπνιες επιθυμίες (τάς περί τόν ὕπνον, 571c), όπου το ήμερο και άρχον της ψυχής λογιστικό κοιμάται, ενώ το θηριώ­δες και άγριο μέρος της, ερεθισμένο από φαγητό και ποτό μαίνεται ζητώντας να ικανοποίηση τις ορέξεις του (ζητῆ ίέναι καί ἀποπιμπλάναι τά αὐτοῦ ἤθη, 571c). Στην κατάσταση αυτή τολμά τα πάντα χωρίς καμμία ντροπή και φρόνησι. Επιχειρεί να σμίξη με την μητέρα του ή οτιδήποτε άλλο – άνθρωπο, θη­ρίο ή θεό- να διάπραξη κάθε έγκλημα, να καταβρόχθιση τα πάντα (βρώματός τε ἀπέχεσθαι μηδενός, 571d). Βρίσκεται δηλαδή στους αντίποδες εκείνου ο οποίος πηγαίνει να κοιμηθή με το πνεύμα του εγρήγορο (τό λογιστικόν μέν ἔγειρας ἑαυτοῦ, 57Id) και θρεμμένο με αγαθούς λόγους και σκέψεις, ώστε να φθάνη σε κατάστασι αυτεπιγνώσεως (εἰς σύννοιαν αὐτός αὔτω ἀφικόμενος, 571e) και να κρατά την επιθυμία εκτός στερήσεως και κόρου (τό ἐπιθυμητικόν δε μήτε ἔνδεια δούς μήτε πλησμονή, 571e), χωρίς να ταράζη το λογιστικό με εκρήξεις χαράς ή λύπης, χωρίς να το εκθέτη στην πίεσι των αισθήσεων, ώστε να μπορή να σκεφθή κάτι που αγνοεί από το παρελθόν, το παρόν, ή το μέλλον (ἀλλ’ ἔα αὐτό καθ’ αὐτό μόνον καθαρόν σκοπεῖν καί ὀρέγεσθαί του αἰσθάνεσθαι, ὅ μή οἶδεν, ἤ τί τῶν γεγονότων ἤ ὄντων ἤ καί μελλόντων, 572a). Όταν λοιπόν ηρέμηση το επιθυμητικό και το θυμοειδές και τονώση το λογιστικό, η ψυχή του αγγίζει σχεδόν την αλήθεια και τα παράνομα όνειρα μειώνονται στο ελάχιστο, αφού και στους ισορροπημένους ακόμη ανθρώπους ενυπάρχει κάποιο είδος άγριας έκνομης επιθυμίας που εμφανίζεται στα όνειρα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΤΥΡΑΝΝΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Η ΠΡΩΙΜΗ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

η πρωιμη αρχαια ελληνικη φιλοσοφια τησ φυσησ*

 (Aπό το βιβλίο του Erwin Schrodinger

«Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ» – Ο Κόσμος και η Φυσική)

  

Η φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη στη Δύση, εκπηγάζουν από την ίδια παρόρμηση. Αρχικά, τα δύο είδη σκέ­ψης ταυτίζονταν. Η ώρα και των δύο έφτασε γύρω στην αλλαγή του έβδομου προς τον έκτο προχριστιανικό αιώνα, όταν το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων, «εκείνων των αληθινά υγιών» κατά τον Νίτσε, άρχισε να υπερβαίνει τις ως τότε πεποιθήσεις και να κοι­τά γύρω του τόσο με κατάπληξη όσο και με διάθεση για έρευνα.

Τα πρώτα ερωτήματα που έθεσε δεν αφορούσαν το νόημα του ανθρώπινου μοναχικού ή κοινωνικού βίου. Αφορούσαν τις ιδιότη­τες και τις απαρχές του εξωτερικού Κόσμου, αφορούσαν τη Φύση ως το σύνολο όσων αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινες αισθήσεις.

Όμως, το Ελληνικό πνεύμα συνέλαβε ή, πολύ περισσότερο, διείδε τη Φύση, οργανική ή ανόργανη, ως έμβιον Όλον, ως κινούμενο αρθρωτό Όλον, ως Σύμπαν. Και τούτο το συμπαντικό Όλον, με τη σειρά του, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε την προηγούμενη περίοδο, θεωρήθηκε ως «φυσική» ενότητα, δηλαδή δεν ήταν πια αντιληπτό ως κάτι το «υπερφυσικό», μόλο που η εξέλιξη του ερμηνευόταν ακό­μη ως «κοσμικός κύκλος» υπό τη μυθική έννοια και η νομοτέλεια του ως «ειμαρμένη» υπό τη θεολογική έννοια. Εν πάση περιπτώσει, ο σκεπτόμενος λόγος δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί από τη δύναμη της φαντασίας και επί δύο σχεδόν αιώνες, δηλαδή μέχρι την εμφάνιση του Σωκράτη, εικόνα και ιδέα, αριθμός και πράγμα, αντίληψη και προαίσθηση παρέμεναν σχεδόν αδιαχώριστα, όπως αντιστοίχως η εικοτολογία και η παρατήρηση βρίσκονταν συχνά εγγύτατα, χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτου.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΠΡΩΙΜΗ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ»