ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ

kion1ΠΛΑΤΩΝΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ


Απόσπασμα – χωρίο από το βιβλίο του Κ. Τσάτσου
 «Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»


 

                  Ἀλλά φυσικά ἔρχεται καί ἕνα σημεῖον, ὅπου 

  οἱ δρόμοι τῶν δυό φιλοσόφων χωρίζονται.

            Καί οἱ δυό συλλαμβάνουν σάν ξεχωριστά αἰσθητό καί νοητό στοιχεῖο, οὐσία καί φαινόμενο, ἄπειρο καί πέρας, μορφή καί ὕλη· δέν δέχονται ὅμως καί οἱ δυό πώς μπορεῖ νά ὑπάρξουν τά δύο αὐτά σάν ξεχωριστοί κόσμοι. Τό δέχεται ὁ Πλάτων· ὁ Ἀρι­στοτέλης τό ἀρνεῖται. Τό γενικό, ἡ μορφή, ἡ ἔννοια δέν ἔχουν ἄλλη πραγματικότητα παρά τά συγκεκριμένα φαινόμενα, πού εἶναι ὕλη τους καί περιεχόμενο τους. Ἡ ἰδέα δέν ἔχει αὐθυπαρξία, καθώς νομίζει ὁ Πλάτων, δεν ἔχει ἄλλη πραγματικότητα, παρά τό σύνολο τῶν συγ­κεκριμένων ὄντων, τῶν ὁποίων εἶναι ἡ οὐσία, ἡ μορφή. «Ἀδύνατον εἶναι χωρίς τήν οὐσίαν καί οὗ ἡ ουσία». (Μεταφ. 991 b 1). Εἶναι ἀδύνατον νά χωρισθῆ ἡ οὐσία ἀπό ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου εἶναι οὐσία, ἡ ἰδέα ἀπό τό ὄν τοῦ ὁποίου εἶναι ἰδέα, τό εἶδος ἀπό τό ὄν, ἡ μορφή ἀπό τήν ὕλη. Ὁ Πλάτων χώρισε αὐτά τά δύο στοιχεῖα καί μάταια διπλασιάζοντας, κατά τόν Ἀριστοτέλη, τόν κόσμο, ἔπλασε τόν κόσμο τῶν ἰδεῶν πλάϊ στόν κόσμο τῶν συγκεκριμένων ὄντων. Ὕστερα προσπάθησε βέβαια να συνδέση αὐτούς τούς δύο κόσμους με τη μ έ θ ε ξ η των όντων στην ἰδέα.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ»

ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΩΝ-ΣΤΩΙΚΩΝ-ΣΚΕΠΤΙΚΩΝ

kion1Θεωρίες γνώσης στα κύρια ρεύματα της προχριστιανικής ελληνιστικής φιλοσοφίας:

Κήπος, Στοά, Σκέψις

 

Τριπουλά Ιωάννα

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η αναζήτηση της γνώσης ήγουν της έγκυρης αληθούς πίστης[1] υπήρξε εξαρχής το βασικό κίνητρο για την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης. Στα ελληνιστικά χρόνια (300π.Χ- 300μ.Χ) τα τρία κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα, ο επικουρισμός, ο στωικισμός και ο σκεπτικισμός, αναπτύσσουν διαφορετικές θέσεις όσον αφορά το περιεχόμενο, τα όρια, τις προϋποθέσεις, τη μέθοδο και τα μέσα απόκτησης γνώσης.

Τα δύο πρώτα εξ’ αυτών, ο Κήπος και η Στοά, αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο απόκτησης ασφαλούς γνώσης για τα πράγματα του κόσμου αυτού και όχι μόνον σε αντίθεση με το τρίτο, τη Σκέψη, που κινείται από την αμφιβολία ως την απόλυτη άρνηση. Σε κάθε περίπτωση καθοριστικός είναι ο ρόλος που αποδίδεται στις αισθήσεις και στο ανθρώπινο λογικό, ως κατεξοχήν γνωστικά εργαλεία. Ακόμη, οι τρεις ανωτέρω φιλοσοφικές κατευθύνσεις συγκλίνουν ως προς τη θέση τους για τη σκοπιμότητά της γνώσης, η οποία είναι πρακτική, αφού προσβλέπει στην επίτευξη της ψυχικής ηρεμίας, και εν γένει ως προς το χαρακτήρα της φιλοσοφικής τους σκέψης, που είναι ευδαιμονικός, καθώς αποσκοπεί στην ατομική ευδαιμονία των ανθρώπων.

Στα συμπεράσματα αυτά θα καταλήξουμε με την ολοκλήρωση της παρούσας μελέτης, αντικείμενο της οποίας είναι οι γνωστικές θεωρίες των τριών προαναφερθεισών φιλοσοφικών σχολών. Στο επίκεντρο αυτής τίθενται θέματα όπως το ενδεχόμενο απόκτησης γνώσης και τα ερείσματα της (θετικής ή αρνητικής) σχετικής θέσης, τα μέσα, τα όρια και οι προϋποθέσεις απόκτησης γνώσης, τα γνωστικά αντικείμενα, τα θεωρούμενα ως κριτήρια βεβαιότητας και βέβαια η σκοπιμότητα στην προσέγγιση της αλήθειας.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΩΝ-ΣΤΩΙΚΩΝ-ΣΚΕΠΤΙΚΩΝ»