Σεμινάριο της 16ης Φεβρουάριου 1983
Ἀναξίμανδρος (…) ἀρχήν (…) εἴρηκε τῶν ὄντων τό ἄπειρον (…), ἐξ ὧν δε ἡ γένεσίς έστι τοῖς οὖσι, καί τήν φθοράν εἰς ταῦ τα γίνεσθαι κατά τό χρεών διδόναι γάρ αὐτά δίκην καί τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατά τήν τοῦ χρόνου τάξιν, ποιητικωτέ ροις οὕτως ὀνόμασιν αὐτά λέγων[1].
Πριν περάσουμε στην εξέταση του αποσπάσματος του Αναξίμανδρου, θα ήθελα να σας θυμίσω το πλαίσιο στο οποίο τοποθετούμαστε. Μιλήσαμε για δύο ζεύγη σημασιών: χάος και κόσμος από τη μια πλευρά, ύβρις και δίκη από την άλλη, τα οποία, όπως σας είπα, παρουσιάζουν κατ’ εμέ μεγάλη συνάφεια. Αν και δεν υφίσταται ταυτότητα ή αυστηρή ισοδυναμία μεταξύ τους, υπάρχει ωστόσο πολύ βαθιά συγγένεια. Συγγένεια που δεν εκφράζεται, ως τέτοια, πουθενά – μόνο υπόρρητα στο παραπάνω απόσπασμα του Αναξίμανδρου, τουλάχιστον όπως το ερμηνεύω εγώ – αλλά εμπεριέχεται σε όλα όσα γνωρίζουμε για τη φαντασιακή σύλληψη του κόσμου από τους Έλληνες.
Κατηγορία: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΑΠΟ ΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
Από τη μυθολογία στη φιλοσοφία του Πλάτωνα
ΠΗΓΗ: http://eineken.pblogs.gr/2010/10/688784.html
Από την εποχή του Πλάτωνα ακόμα ήταν γνωστό ότι οι ποιητές, αν και θεμελιωτές της ελληνικής θρησκείας ήταν μάστοροι στα ψέματα. Οι σοφοί ήξεραν ότι οι μύθοι ήταν αλληγορικές ιστορίες που πλάστηκαν για να εναρμονίσουν το άτομο και τη φυλή με την κοινωνία και τη φύση.
Η μυθολογία είναι μία μορφή κοινωνικής συνείδησης κι οι ποιητές που την έπλασαν το έκαναν γιατί άλλο τρόπο δεν είχαν προκειμένου να εκφράσουν αυτό που θα έδενε τη φυλή στο μέλλον. Προφανώς χρησιμοποίησαν και κάποιες προφορικές παραδόσεις που έρχονταν από το μακρινό παρελθόν. Εδώ υπάρχουν κάποια κενά που οι συντηρητικοί ιστορικοί του συστήματος απέκρυψαν, όμως αυτό είναι ένα άλλο θέμα, που στην παρούσα στιγμή δεν μας ενδιαφέρει.
Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΠΟ ΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ»



Πριν περάσουμε στην εξέταση του αποσπάσματος του Αναξίμανδρου, θα ήθελα να σας θυμίσω το πλαίσιο στο οποίο τοποθετούμαστε. Μιλήσαμε για δύο ζεύγη σημασιών: χάος και κόσμος από τη μια πλευρά, ύβρις και δίκη από την άλλη, τα οποία, όπως σας είπα, παρουσιάζουν κατ’ εμέ μεγάλη συνάφεια. Αν και δεν υφίσταται ταυτότητα ή αυστηρή ισοδυναμία μεταξύ τους, υπάρχει ωστόσο πολύ βαθιά συγγένεια. Συγγένεια που δεν εκφράζεται, ως τέτοια, πουθενά – μόνο υπόρρητα στο παραπάνω απόσπασμα του Αναξίμανδρου, τουλάχιστον όπως το ερμηνεύω εγώ – αλλά εμπεριέχεται σε όλα όσα γνωρίζουμε για τη φαντασιακή σύλληψη του κόσμου από τους Έλληνες.