ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

kion1Οι μαθητές του Σωκράτη

και η συνέχιση της φιλοσοφίας του

  της ΧΛΟΗΣ ΜΠΑΛΛΑ

λέκτορος στο Τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης

Χωρίς ο ίδιος ποτέ του να έχει γράψει τίποτε, ο Σωκράτης επηρέασε ίσως όσο κανείς άλλος μια σειρά από φιλοσόφους. Και ωστόσο αρκετοί από τους συγχρόνους του τον κατηγόρησαν ακριβώς για την ποιότητα των μαθητών του. Η διαφθορά των νέων ήταν ανάμεσα στις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν, και είναι προφανές ότι η μαθητεία δίπλα σε αυτόν τον σπουδαίο δάσκαλο ανθρώπων όπως ο Κριτίας ή ο Χαρμίδης και βεβαίως ο Αλκιβιάδης δημιουργούσε αρκετές επιφυλάξεις στον ευρύτερο περίγυρο. Η σχετική καχυποψία πρέπει να αντλούσε στήριξη και από την εικόνα που είχε καλλιεργήσει ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες του, περιγράφοντας τις προσπάθειες του καταχρεωμένου και απελπισμένου Στρεψιάδη ο οποίος, θέλοντας να απαλλαγεί από τις απαιτήσεις των δανειστών του, θα αναζητούσε την κατάλληλη καθοδήγηση στο πρόσωπο του Σωκράτη- θα έστελνε, λοιπόν, τον γιο του στο φροντιστήριον του σπουδαίου δασκάλου, προκειμένου να διδαχθεί τα τεχνάσματα του, προφανώς άδικου, λόγου. Βεβαίως δουλειά του Αριστοφάνη ήταν να σατιρίζει την επικαιρότητα της εποχής του, και έτσι είναι φυσιολογικό να υπερβάλλει, τόσο ως προς το περιεχόμενο των σπουδών όσο και ως προς τις προθέσεις των δασκάλων της σοφίας (ο Σωκράτης φαίνεται να λειτουργεί σαν παράδειγμα μιας σειράς διανοουμένων με αρκετά διαφορετικούς προσανατολισμούς, που εκτείνονται από την κοσμολογία ώς τη θεωρία της γλώσσας και τη ρητορική), αλλά και των μαθητών τους. Όμως αυτή η προκατάληψη απέναντι στους επίδοξους εκπαιδευτές της Αθήνας δεν προέρχεται μόνο από την κωμωδία· κατά τις τελευταίες δεκαετίες του πέμπτου αιώνα, οι Αθηναίοι δείχνουν ολοένα και μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στους επίδοξους εκπαιδευτές που έχουν συγκεντρωθεί στην πόλη τους για να διδάξουν μια σειρά από νέα αντικείμενα και να ασκήσουν κριτική στα παλιά. Κατ’ αυτή την έννοια, η δίκη του Σωκράτη είναι ίσως η κορυφή ενός μεγάλου παγόβουνου – για όσους βλέπουν τη φιλοσοφία απ’ έξω. Για όσους τη βλέπουν από μέσα, ήταν μάλλον η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, και έτσι ο Πλάτων, ο σπουδαιότερος από τους μαθητές του Σωκράτη, σύντομα θα αναλάμβανε να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να εξηγήσει ποια είναι η σωστή φιλοσοφία και σε τι χρησιμεύει. Η συμβολή του Πλάτωνα θα εί­ναι το κύριο θέμα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, ενώ στον περιορισμένο χώρο που διαθέτουμε, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια αίσθηση και ορισμένων άλλων σημαντικών κατευθύνσεων που ξεκίνησαν από τη διδασκαλία του Σωκράτη.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ»

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «φύσει δούλου» ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΝΙΤΣΕ

kion1Η έννοια του φύσει δούλου στον Αριστοτέλη και στον Νίτσε

 Ηλίας Βαβούρας,

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.

ἡ φύσις οὐθέν ποιεῖ μάτην, ἀλλ’ ἀεί ἐκ τῶν ἐνδεχομένων τῇ οὐσίᾳ περί ἕκαστον γένος ζώου τό ἄριστον[1]. τούς γαρ πλείστους είναι κακούς[2] .

  Η συζήτησή μας περί των ανθρωπίνων όντων πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει, εκεί όπου πραγματώνεται το οντολογικό ανθρώπινο σχέδιο, δηλαδή εντός της ίδιας της φύσης που αποτελεί τη μήτρα αλλά και το πεδίο δυναμικής ανάπτυξης κάθε βιολογικού σχεδιασμού. Η αριστοτελική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης πραγματοποιείται με αμιγώς φυσικό πρίσμα[3]. Κανείς δεν μπορεί να ορίσει ακριβέστερα την ανθρώπινη ουσία από την ίδια την ανθρώπινη φύση. Τα συμβατικά ανθρώπινα θέσει δημιουργήματα δεν είναι φυσικά αλλά τεχνητά και γι’ αυτό δεν πρέπει να αποτελούν στοιχεία μιας κατεξοχήν φυσικής έρευνας. Μόνο η φύση δύναται να αποφαίνεται περί της ανθρώπινης φύσης, τα ανθρώπινα τεχνητά κατασκευάσματα νοθεύουν την αυθεντική φυσική εικόνα. Βρισκόμαστε στη διαδικασία έρευνας της ουσίας των όντων, βρισκόμαστε στο φύσει και όχι στο θέσει[4].

Αν όμως η φύση δεν ποιεί τίποτα μάταια, αλλά πάντα το άριστο στη φυσική ουσία του εκάστοτε όντος[5], τότε η μη τελειότητα στη φύση ενός όντος πρέπει να εξυπηρετεί μία μεγαλύτερη φυσική τελειότητα στον προδιαγεγραμμένο φυσικό σκοπό κάθε όντος[6]. Σε διαφορετική περίπτωση θα οδηγούμασταν σε αποδοχή μιας φυσικής τάσης προς το ατελές, προς το άτακτο και θα εναντιωνόμασταν στην αριστοτελική θεώρηση του ενυπάρχοντος άριστου τελικού σκοπού στη φυσική ουσία κάθε όντος. Η παρατήρηση όμως της ανθρώπινης ουσίας, όπως αυτή εγγράφεται στην ανάπτυξη του ανθρώπινου ζην, μας αναγκάζει, μας ωθεί εξ ανάγκης να εισέλθουμε στον φιλοσοφικό προβληματισμό-απορία πε­ρί της τελειότητας της ανθρώπινης ουσίας. Η ενδελεχής παρατήρηση δηλαδή των επιμέρους ανθρωπίνων όντων μας οδηγεί στο αναντίρρητο συμπέρασμα ότι υπάρχουν εμφανείς διαβαθμίσεις τελειότητας ή ατέλειας σε μια ενδεχόμενη τελεολογική σύγκρισή τους. Άλλα ανθρώπινα όντα υπερέχουν αισθητά ως προς τη φυσική αρετή του ανθρώπου που οδηγεί στον άριστο ανθρώπινο φυσικό σκοπό και άλλα υπολείπονται αισθητά ως προς αυτή την τελεολογική στόχευση που απορρέει από την ατομική φυσική ουσία: άλλοι άνθρωποι είναι φύσει καλοί-άριστοι και άλλοι φύσει κακοί στο βαθμό που ο ορισμός της φυσικής κακότητας απορρέει από τη φυσική ατέλεια-ανικανότητα ενός όντος[7].

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «φύσει δούλου» ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΝΙΤΣΕ»