ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ – Ο ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ

kion1          ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (384-322)

                 Ο ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ            ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ

 αντίστοιχο κεφάλαιο από το έργο του Αθαν. Κανελλόπουλου

«ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»

 Γενικά

   Μολονότι βασική κατεύθυνση του μεγάλου στοχαστή της αρχαιότητας υπήρξε η φιλοσοφία και η κοινωνιολογία, οι οικονομολόγοι, τόσο στο ρωμαϊκό και μεσαιωνικό παρελθόν, όσο και στη σύγχρονη εποχή, ανιχνεύουν στο εκ 400 τίτλων έργο του, όχι χωρίς έκπληξη, ολοένα και νεώτερες ιδέες και θεωρίες, που καλύπτουν σχεδόν το σύνολο των τομέων της οικονομίας[1]. Αναμφιβόλως η θεμελιώδης εισφορά του Σταγειρίτη φιλοσόφου στην οικονομία υπήρξε οία και η προσφορά του ελληνικού πνεύματος στην αδογμάτιστη σκέψη, στον ορθολογισμό, στη μεθοδολογία, στον επιστημονικό λογισμό. Ασχολήθηκε με την έννοια της οικονομίας και της οικονομικής, τη συσχέτιση της «κατά φύσιν κτητικής» και της χρηματιστικής, δηλαδή του αντιπραγματισμού και της χρηματιστικής οικονομίας[2], με τον καταμερισμό του έργου, με την έννοια των αγαθών, της αξίας, του πλούτου, του κεφαλαίου, της ανταλλαγής, της πίστης, του κόστους, της ανάγκης και της ζήτησης, της παραγωγής και της διανομής, της αυτάρκειας και της οικονομικής ανάπτυξης, καθώς επίσης και με το ρόλο του πληθυσμού στην οικονομία και της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ – Ο ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ»

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

kion1     Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

                αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του Michael Frede
        «Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»
        -όψεις της ιστορίας και της ιστοριογραφίας της-

 Λήψη του αρχείου

Μετάφραση:

Στέλιος Βιρβιδάκης Γ. Χριστοδούλου

Η φιλοσοφία αποτελεί ιστορικό φαινόμενο. Αναδύεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και γεννάται από την ανάγκη, που έγινε για πρώτη φορά αισθητή μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, να δοθεί ένας ορισμένος τύπος απάντησης σε ορισμένα ερωτήματα – για παράδειγμα, σχετικά με την προέλευση του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Θα ήταν προφανώς πολύ τρομακτικό να ζούμε σε έναν κόσμο όπου η συμπεριφορά των πραγμάτων -πολύ περισσότερο αν η συμπεριφορά αυτή επηρεάζει τη ζωή μας- μας φαίνεται τε­λείως ακατανόητη. Υπήρχαν παραδοσιακές απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, απαντήσεις που προέρχονται από διάφορες παραδό­σεις. Αλλά αυτές οι απαντήσεις συγκρούονταν μεταξύ τους. Και έτσι, καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να συνειδητοποιούν τις διαφο­ρετικές παραδόσεις και τις διαμάχες τους, οι απαντήσεις που έδι­ναν έπαψαν να ικανοποιούν την ανάγκη τους για ασφαλή κατα­νόηση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούσαν, της φύσης, της κοινω­νικής και πολιτικής οργάνωσης υπό την οποία ζούσαν, αυτού που κάνει τις κοινότητες και τα άτομα να ενεργούν όπως ενεργούσαν. Εκείνο που χρειαζόταν ήταν νέου τύπου απαντήσεις, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί, να δείξει πως ήταν ανώτε­ρες από άλλες εναλλακτικές απαντήσεις, για τις οποίες θα μπο­ρούσε να πείσει τους άλλους, έτσι ώστε, όπου ήταν δυνατό, να εξασφαλιστεί κάποια μορφή συναίνεσης.

Πήρε πολύ καιρό μέχρις ότου οι απόπειρες για τον πορισμό τέτοιων απαντήσεων να οδηγήσουν στην καθιέρωση μιας πρακτι­κής και ενός γενικού εγχειρήματος ή συστηματικής μάθησης που να τις παρέχει. Αλλά από τη στιγμή που καθιερώθηκε η μάθηση της φιλοσοφίας, κατέληξε με φυσικό τρόπο να ανταποκρίνεται σε δύο διαφορετικά είδη απαιτήσεων, στις εξωτερικές, που αρχικά οδήγησαν στη γέννηση της φιλοσοφικής πρακτικής, αλλά και σε εσωτερικές απαιτήσεις σύμφυτες προς αυτή την πρακτική και σχε­τικές με το τι συνιστά μια αποδεκτή ή καλή πρακτική σύμφωνα με τους όρους αυτής της μάθησης. Και τα δύο είδη απαιτήσεων ή αναγκών εγγυόνταν ότι η μάθηση της φιλοσοφίας θα μεταβαλλό­ταν μέσα στο χρόνο. Καθώς θα εξελισσόταν ο πολιτισμός, οι εξω­τερικές απαιτήσεις θα άλλαζαν, και μαζί τους η μάθηση στο βαθμό που συνέχιζε να ανταποκρίνεται σ’ αυτές. Αλλά και οι εσωτερικές απαιτήσεις θα επέβαλλαν την αλλαγή. Νέες απαντήσεις θα έθεταν νέα ερωτήματα και οι απαντήσεις σ’ αυτά μπορεί να επέβαλλαν αναθεώρηση των απαντήσεων στα αρχικά ερωτήματα. Έτσι, η φι­λοσοφική πρακτική θα μεταβληθεί μέσα στο χρόνο κατά περίπλο­κο τρόπο, και μάλιστα εφόσον τα δύο είδη απαιτήσεων ή αναγκών μπορούν να βρεθούν σε διάσταση ή και σε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Πράγματι, από τη στιγμή που η μάθηση ανέπτυξε μια δική της δυναμική ή και δική της ζωή και πέτυχε ένα βαθμό αυτονο­μίας, όσοι την ασκούσαν μπορούσαν να ξεχνούν λίγο πολύ τις εξωτερικές ανάγκες που τη γέννησαν.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ»