Ο ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΟΣ

kion1Ο ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΟΣ

O «νους» του Αναξαγόρα 

Kurt von Fritz

 

Jean Brun

 

Ο Αναξαγόρας γεννήθηκε στις Κλαζομενές το 500 περίπου π.Χ. Πηγαίνει στην Αθήνα γύρω στο 462 π.Χ. και γίνεται ο πρώτος της φιλόσοφος· έτσι η φιλοσοφία, χάρη σ’ αυτόν, περνά από την Ιωνία στην Ελλάδα. Ο Σωκράτης πρέπει να παρακολούθησε τα μαθήματά του και γνωρίζουμε, μάλιστα, από τον Φαίδωνα (97β), πως τον είχαν απογοητεύσει. Προκαλούσε τη γενική δυσπιστία και επονομαζόταν ο Νους. Ο Περικλής, ωστόσο, του στάθηκε φίλος και προστάτης, όπως άλλωστε κι ο Αρχέλαος κι ο Ευριπίδης. Όταν ξεσπά ο Πελοποννησιακός Πόλεμος κι ο Περικλής αρχίζει να δέχεται σφοδρές κριτικές, ο Αναξαγόρας κατηγορείται πως δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης. Θα εγκαταλείψει τότε την Αθήνα για να εγκατασταθεί στη Λάμψακο, όπου και θα πεθάνει, γύρω στο 428 π.Χ. Είχε μαθητές τον Μετρόδωρο και τον Αρχέλαο· ο τελευταίος μάλιστα ίσως ήταν κι ο διάδοχός του στη Λάμψακο.

Ο Αναξαγόρας ήταν σύγχρονος του Εμπεδοκλή και του Λεύκιππου, είναι πολύ δύσκολο όμως να διακρίνουμε ποιος επηρέασε ποιον. Αν αφήσουμε κατά μέρος τις αμφίβολες επιδράσεις των ανατολικών φιλοσοφιών ή του μυθικού θαυματουργού Ερμότιμου, αυτό που μας απομένει είναι ότι γνώριζε οπωσδήποτε τη φυσική των Ιώνων φιλοσόφων, δια μέσου ίσως του Εμπεδοκλή και του Λεύκιππου.

Αντίθετα με τους Ατομικούς, ο Αναξαγόρας πιστεύει πως δεν υπάρχουν στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα μικρότερα δυνατά: το ελάχιστο δεν υπάρχει (απ. 3) και η ύλη είναι τμήσιμη στο άπειρο. Η απόλυτη ακινησία του Είναι, που δίδασκαν οι Ελεάτες, του φαίνεται εξίσου αδιανόητη με το απόλυτο γίγνεσθαι του Ηράκλειτου:

Το πώς γεννιέται και χάνεται κάτι, για τούτο δεν έχουν σωστή γνώ-

μη οι Έλληνες, γιατί κανένα πράγμα δεν γεννιέται ή χάνεται, αλλά

συσμίγει και διαλύεται από πράγματα που υπάρχουν και θα ονόμα-

ζαν έτσι σωστά το να γεννιέται κάτι, λέγοντας ότι σμίγει, και το να

χάνεται, λέγοντας ότι διαλύεται. Πώς θα μπορούσε να γίνει τρίχα

από μη τρίχα και σάρκα από μη σάρκα; (απ. 17).

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΟΣ»

ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΟΡΑΜΑΤΑ

Προσωκρατικών οράματα

 

Πως ο γαλαξίας των «πρώτων φιλοσόφων» αποκρυπτογραφεί

τον κόσμο και ανοίγει τον δρόμο για το πέρασμα από το ζοφερό σύμπαν

της δεισιδαιμονίας στη λογοκρατούμενη κοινωνία των πολιτών.

του Mario Vegetti

Kaθηγητή της Iστορίaς της Aρχaίaς Φιλοσοφίas

στο Πανεπιστήμιο της Παβias(Ιταλία).

Οι θεμελιωτές της δυτικής επιστήμης

             Εκηβόλος (σχεδιάγραμμα)

«Πριν από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν υπήρξε καμία σχολή

εφοδιασμένη με θεωρητική και οργανωτική δομή».

  

Μια εγκυκλοπαίδεια  της φυλής

             Η ελληνική κοινωνία του 6ου αιώνα π.Χ. (η οποία προκύπτει μετά από μακρά βασανιστική περίοδο κυοφορίας από τα ερείπια των μυκηναϊκών βασιλείων) ήταν ένα διαρθρωμένο πολύπλοκο μόρφωμα. Αποτελούνταν από ένα πλήθος πόλεων, οι οποίες καταλάμβαναν έναν χώρο που απλωνόταν από τα ιωνικά παράλιά του Αιγαίου ως τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία. Τις πόλεις αυτές κυβερνούσαν αριστοκρατίες κατά βά­ση γαιοκτημόνων που επιδίδονταν και στο ναυτικό εμπόριο με τις συνακόλουθες πολε­μικές και πειρατικές δραστηριότητες. Ισορ­ροπίες λίγο ως πολύ πρόσκαιρες υπήρχαν ανάμεσα σε αυτές τις αριστοκρατίες και έναν δήμο ο οποίος δεν ήταν μόνο αγροτικός πλέ­ον αλλά και αστικός και αποτελούνταν από τεχνίτες, ναύτες και εμπόρους. Αυτές οι κοι­νωνίες δεν διέθεταν ενιαία κεντρική μορφή ­εξουσίας, ούτε σε πολιτικοστρατιωτικό ούτε σε διοικητικό ούτε σε θρησκευτικό επίπεδο. Σε ό,τι μας αφορά, εδώ, αυτό το κενό αντα­νακλάτο και σε πολιτισμικό και σε διανοη­τικό επίπεδο. Δεν υπήρχε ούτε αποκαλυπτό­μενη σοφία ούτε ένα σύμπλεγμα παραδο­σιακών αντιλήψεων το οποίο μπορούσε να επιβληθεί από μια ενιαία θρησκευτική κάστα πάνω στην κοινωνία με την υποστήριξη της κρατικής εξουσίας.

Υπήρχαν βεβαίως πα­νελλήνιες τελετές και λατρείες, καθώς και μεγάλα ιερά, όπως αυτό των Δελφών, το ιε­ρατείο των οποίων διέθετε ευρύ κύρος: αλλά ούτε τα μεν ουτε τα δε μπορούσαν να ανα­φέρονται σε ένα καθορισμένο corpus γνώ­σεων και θεωριών το οποίο θα λειτουργού­σε ως πλήρες και οριστικό πολιτιστικό ρεπερτόριο. Αυτό το καθήκον είχαν ως κάποιον βαθμό τά ομηρικά ποιήματα, τα οποία, μαζί με το θεολογικό συμπλήρωμα που πρόσφεραν τα ποιήματα του Ησιόδου, αποτε­λούσαν την «εγκυκλοπαίδεια της φυλής» των Ελλήνων (Havelock). Η ικανότητα όμως αυ­τού του corpus να ικανοποιήσει τις συλλογι­κές ανάγκες γνώσης και προσανατολισμού στο εσωτερικό του νέου σύνθετου κοινωνι­κού περιβάλλοντος των πόλεων φθειρόταν ταχύτατα.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ ΟΡΑΜΑΤΑ»