Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Ἀλλοίωσις ή ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ;*
W. A. Heidel
Όσο και αν φαίνεται περίεργο, αυτό το σημαντικό θέμα ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει διερευνηθεί με κάθε λεπτομέρεια, μολονότι τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας – πρώιμης και μεταγενέστερης – περιέχουν αφθονία χωρίων που αναφέρονται συγκεκριμένα σ’ αυτό, ή το προσεγγίζουν με τρόπο γενικό και έμμεσο. Οι αρχαίοι ελληνικοί όροι γι’ αυτό το είδος της μεταβολής είναι ουσιαστικά ἀλλοίωσις ή ἑτεροίωσις, καθώς και τα ομόρριζά τους. Ο δεύτερος στη σειρά όρος, αν και εμφανίζεται μία μόνο φορά στον Αριστοτέλη[1], είναι πιθανόν ο αρχαιότερος από τους δύο. Γενικά, ο όρος ἀλλοίωσις αντιπροσωπεύει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη· γι’ αυτό και στην ανάλυση που ακολουθεί θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά αυτός, μολονότι οι δύο όροι είναι ουσιαστικά συνώνυμοι.
Σε γενικές γραμμές, ο όρος ἀλλοίωσις δηλώνει τη μεταβολή και ειδικότερα μεταβολή ως προς την όψη ή ως προς κάποια ποιότητα. Από μόνος του όμως δεν αναφέρεται καθόλου στον τρόπο ή τη διαδικασία με την οποία ένα συγκεκριμένο αντικείμενο – με οποιαδήποτε χαρακτηριστικά – παύει να έχει τον χαρακτήρα που είχε και αποκτά κάποιον άλλο. Ορισμένες μάλιστα φορές ο συγγραφέας που χρησιμοποιεί τον όρο εμφανέστατα δεν έχει κατά νου μια σαφή και ξεκάθαρη ιδέα, την οποία ενδιαφέρεται να εκφράσει– δεν είναι επίσης διόλου απίθανο οι αρχαιότεροι φιλόσοφοι να μη σπουδαιολογούσαν καν τη χρήση αυτού του όρου. Γίνεται όμως φανερό ότι ο όρος ἀλλοίωσις, γενικά, χρησιμοποιείται από μεταγενέστερους Έλληνες φιλοσόφους με τη σημασία που έχει στα αριστοτελικά έργα.
Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ»
Κατηγορία: ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ
ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΩΝ ΜΙΛΗΣΙΩΝ
(το αντίστοιχο κεφάλαιο στο έργο του G.E.R. LLOYD
«ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» – ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΩΣ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ)
Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναλύθηκαν ο γενικός χαρακτήρας και η σημασία του στοχασμού των Μιλησίων. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε λεπτομερέστερα ορισμένες από τις συγκεκριμένες θεωρίες και εξηγήσεις που υποστήριζαν. Το υλικό μας χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: έχουμε, αφ’ ενός, θεωρίες που πραγματεύονται επιμέρους φαινόμενα ή προβλήματα, όπως είναι η φύση του κεραυνού και της αστραπής, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα άστρα ή το γιατί η Γη παραμένει ακίνητη και, αφ’ ετέρου, θεωρίες γενικού κοσμολογικού περιεχομένου. Το γεγονός ότι μας έχουν παραδοθεί τόσες θεωρίες της πρώτης κατηγορίας οφείλεται εν μέρει στα ενδιαφέροντα των δοξογραφικών πηγών στις οποίες βασιζόμαστε. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι οι Μιλήσιοι έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σπάνια ή τα εντυπωσιακά φυσικά φαινόμενα. Αυτό μπορεί ως έναν βαθμό να οφείλεται στην επιθυμία τους να ερμηνεύσουν με φυσιοκρατικό τρόπο φαινόμενα που γενικά πιστευόταν ότι ελέγχονται από τους θεούς. Ο Ζευς εξουσίαζε τον κεραυνό και ο Ποσειδών τους σεισμούς, ενώ ο Άτλας κρατούσε τη Γη στους ώμους του. Αυτή η απόπειρα να δοθούν φυσιοκρατικές ερμηνείες θα κρίνονταν κυρίως από την επιτυχία ή την αποτυχία της να εξηγήσει φαινόμενα που γενικά αποδίδονταν στη δράση υπερφυσικών δυνάμεων. Έτσι ο Θαλής διατύπωσε, όπως είδαμε, τη θεωρία ότι οι σεισμοί παράγονται όταν η Γη κλυδωνίζεται πάνω στο νερό στο οποίο επιπλέει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι οι κεραυνοί προκαλούνται από τον άνεμο και ότι οι αστραπές δημιουργούνται όταν τα σύννεφα σχίζονται στα δύο. Όσο απλοϊκές και αν ακούγονται αυτές οι ερμηνείες, η σημασία τους δεν έγκειται τόσο στο καθαυτό περιεχόμενό τους όσο στο ότι αποκλείουν τις αυθαίρετες βουλές και τα σχεδόν ανθρώπινα κίνητρα των ανθρωπόμορφων θεών.

