Η έννοια του φύσει δούλου στον Αριστοτέλη και στον Νίτσε
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.
ἡ φύσις οὐθέν ποιεῖ μάτην, ἀλλ’ ἀεί ἐκ τῶν ἐνδεχομένων τῇ οὐσίᾳ περί ἕκαστον γένος ζώου τό ἄριστον[1]. τούς γαρ πλείστους είναι κακούς[2] .
Η συζήτησή μας περί των ανθρωπίνων όντων πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει, εκεί όπου πραγματώνεται το οντολογικό ανθρώπινο σχέδιο, δηλαδή εντός της ίδιας της φύσης που αποτελεί τη μήτρα αλλά και το πεδίο δυναμικής ανάπτυξης κάθε βιολογικού σχεδιασμού. Η αριστοτελική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης πραγματοποιείται με αμιγώς φυσικό πρίσμα[3]. Κανείς δεν μπορεί να ορίσει ακριβέστερα την ανθρώπινη ουσία από την ίδια την ανθρώπινη φύση. Τα συμβατικά ανθρώπινα θέσει δημιουργήματα δεν είναι φυσικά αλλά τεχνητά και γι’ αυτό δεν πρέπει να αποτελούν στοιχεία μιας κατεξοχήν φυσικής έρευνας. Μόνο η φύση δύναται να αποφαίνεται περί της ανθρώπινης φύσης, τα ανθρώπινα τεχνητά κατασκευάσματα νοθεύουν την αυθεντική φυσική εικόνα. Βρισκόμαστε στη διαδικασία έρευνας της ουσίας των όντων, βρισκόμαστε στο φύσει και όχι στο θέσει[4].
Αν όμως η φύση δεν ποιεί τίποτα μάταια, αλλά πάντα το άριστο στη φυσική ουσία του εκάστοτε όντος[5], τότε η μη τελειότητα στη φύση ενός όντος πρέπει να εξυπηρετεί μία μεγαλύτερη φυσική τελειότητα στον προδιαγεγραμμένο φυσικό σκοπό κάθε όντος[6]. Σε διαφορετική περίπτωση θα οδηγούμασταν σε αποδοχή μιας φυσικής τάσης προς το ατελές, προς το άτακτο και θα εναντιωνόμασταν στην αριστοτελική θεώρηση του ενυπάρχοντος άριστου τελικού σκοπού στη φυσική ουσία κάθε όντος. Η παρατήρηση όμως της ανθρώπινης ουσίας, όπως αυτή εγγράφεται στην ανάπτυξη του ανθρώπινου ζην, μας αναγκάζει, μας ωθεί εξ ανάγκης να εισέλθουμε στον φιλοσοφικό προβληματισμό-απορία περί της τελειότητας της ανθρώπινης ουσίας. Η ενδελεχής παρατήρηση δηλαδή των επιμέρους ανθρωπίνων όντων μας οδηγεί στο αναντίρρητο συμπέρασμα ότι υπάρχουν εμφανείς διαβαθμίσεις τελειότητας ή ατέλειας σε μια ενδεχόμενη τελεολογική σύγκρισή τους. Άλλα ανθρώπινα όντα υπερέχουν αισθητά ως προς τη φυσική αρετή του ανθρώπου που οδηγεί στον άριστο ανθρώπινο φυσικό σκοπό και άλλα υπολείπονται αισθητά ως προς αυτή την τελεολογική στόχευση που απορρέει από την ατομική φυσική ουσία: άλλοι άνθρωποι είναι φύσει καλοί-άριστοι και άλλοι φύσει κακοί στο βαθμό που ο ορισμός της φυσικής κακότητας απορρέει από τη φυσική ατέλεια-ανικανότητα ενός όντος[7].
Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ «φύσει δούλου» ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΝΙΤΣΕ»
