Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΘΕΑΣΗ

Η  ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΚΑΙ  Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ  ΚΟΣΜΟΘΕΑΣΗ

– Δύο  όψεις –

Η αγάπη, η παιδεία και η αρχαία ελληνική κοσμοθέαση στα «Ελληνικά« του Δημήτρη Λιαντίνη

Λιαντίνης

Δεν ταξινομείται η παιδεία. Κι όσο τη λογαριάζουμε σαν επένδυση ανάμεσα στις άλλες, έστω και την πιο σημαντική, τόσο θα συνεχίζουμε να τελούμε σε σύγχυση φρένων, έτσι ώστε να μπερδεύουμε το ψάρι με τον ψαρά που το ψάρεψε.

Χωρίς να το ξέρουμε και χωρίς να το εννοούμε, από τα γεννοφάσκια του φιδοζώνουμε το παιδί με δεισιδαιμονίες προλήψεις και καταδεσμούς. Και με τα δηλητήρια αυτά πνίγουμε την ψυχή του. Όπως τα ζιζάνια και τα άλλα αγριόχορτα το στάρι.

Φορτώνουμε στην ράχη του νέου ανθρώπου την άρρωστη φαντασία μας, τις ψευτιές, την άγνοια, την ηθική μας απολίθωση, τις έντρομες παραστάσεις και όλο το καταποντισμένο αταβισμό των προγόνων μας, και τον αναγκάζουμε να σηκώσει στον ώμο του αυτό το γιουσουρούμ της αχρηστίας και της οξείδωσης, όπως εσήκωσε ο αρχαίος τιτάνας τον ουρανό.

Αγωνιζόμαστε να αφαιρέσουμε την φύση μέσα από το παιδί, και την ανταλλάσουμε με την άρρωστη γνώμη μας.

Κόκκινο σαν παπαρούνα και κίτρινο σαν την χολή είναι το αφιοτόπι της ψευτιάς και των προλήψεων. Η στρατηγική να καταστρέφουμε το φυσικό πεδίο του παιδιού με τις προλήψεις είναι σκόπιμη, κατευθυνόμενη, κακουργηματική τρεις τετράκις σε θάνατο, και απάνθρωπη.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΘΕΑΣΗ»

Τροφώνιο μαντεῖο

Τροφώνιο μαντεῖο

 

Δημήτριος Δημόπουλος

 «Στὸ ἄδυτο τῶν ἑλληνικῶν μαντείων» (ἀπόσπασμα) 

 

   Τὸ Τροφώνιο ὑπῆρξε ἕνα ἰδιόμορφο ἡρωομαντεῖο, ἀφοῦ ὁ χρηστηριαζόμενος δὲν ὑποβαλλόταν σὲ ἐγκοίμησι, ἀλλά, περιερχόμενος σὲ ἔκστασι, ἄκουγε τὴν ἴδια τὴ φωνὴ τοῦ πνεύματος νὰ τοῦ ὁμιλεῖ. Γι’αὐτὸ τὸ Τροφώνιο ἐθεωρεῖτο «αὐτὸφωνο Μαντεῖο». Τὸ μαντεῖο αὐτὸ εὑρισκόταν ἐπάνω σ’ἕναν ἀπόκρημνο, πυκνὰ δασωμένο λόφο κοντὰ στὴ Λειβαδιά, δίπλα στὶς πηγὲς τῆς Ἕρκυνας (τοῦ ποταμοῦ ποὺ διασχίζει τὴν πόλη), καὶ ἦταν ὑπόγειο. Τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ μαντείου εἶχαν ὑποδείξει κάποτε οἱ Δελφοὶ σ’ἕναν χρηστηριαζόμενο, ὁ ὁποῖος, ἐρευνῶντας τὸν λόφο αὐτὸν τῆς Βοιωτίας, ἐντόπισε σμῆνος μελισσῶν νὰ εἰσέρχεται σὲ μιὰ γήινη ὀπή. Ἦταν ἡ ὀπή, ὅπου κατὰ τὸν δελφικὸ χρησμό, εἶχε εἰσέλθει καὶ εἶχε ἀποβιώσει ὁ Τροφώνιος, ὁ κτήτωρ τοῦ πρώτου ναοῦ τῶν Δελφῶν. Ἀπὸ τότε τὸ Τροφώνιο Μαντεῖο ἔγινε διάσημο καὶ ἐθεωρεῖτο στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἱερώτατο.Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ χρηστηριασθῆ στὸ Τροφώνιο, ἀφοῦ ὑποβαλλόταν σὲ μακρὰ προπαρασκευὴ καὶ ἔπινε νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Λήθης (γιὰ νὰ ξεχάσει ὅσα τὸν ἐβάραιναν) καὶ τὴν πηγὴ τῆς Μνημοσύνης (γιὰ νὰ θυμᾶται ὅσα θὰ ἀκούσει στὸ Μαντεῖο), ὁδηγεῖτο σ’ ἕναν κυκλικὸ λάκκο, σὰν ἁλώνι, βάθους 4 μέτρων.  Αὐτὸς ὁ λάκκος ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ Ἀγαμήδη ἀδελφοῦ τοῦ Τροφωνίου –μαζὶ εἶχαν κτίσει τὸν δελφικὸ ναό.  Στὴ βάση τοῦ λάκκου ξεκινοῦσε ἡ μικρὴ ὀπὴ τῆς γῆς: Ἐκεῖ διολίσθαινε ἕρποντας κανεὶς γιὰ νὰ μπεῖ, καὶ προχωροῦσε κατόπιν βαθειά, σὲ ἀπόσταση 30 περίπου μέτρων, πρὸς ἕνα μεγάλο ὑπόγειο χῶρο. Ἡ παραμονὴ στὰ σκοτεινὰ αὐτὰ βάθη, διαρκοῦσε ἐπὶ πολλὲς ὧρες, ἐνίοτε καὶ ἡμέρες. Ὑπὸ τὴν ἐπήρεια ἴσως καὶ κάποιας γήινης ὀμφῆς ἐρχόταν ὁ χρηστηριαζόμενος σὲ ψυχικὴ ὑπερδιέγερση καὶ αἰσθανόταν τὴν παρουσία τοῦ πνεύματος νὰ τοῦ ὁμιλεῖ. Μετὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸ Μαντεῖο καθόταν σὲ εἰδικὸ χῶρο μαζὶ μὲ ἱερεῖς, γιὰ νὰ συνέλθει καὶ νὰ τοὺς διηγηθεῖ  τὰ βιώματά του. Αὐτὰ δὲ τὰ βιώματα πρέπει νὰ ἦσαν τόσο συγκλονιστικά, ὥστε οἱ χρηστηριασθέντες συχνὰ ἔμεναν ἐπὶ πολὺν καιρὸ σοβαροὶ κι ἀγέλαστοι. Τὰ διατρέξαντα μέσα στὸ Τροφώνιο δὲν ἐπιτρεπόταν ὅμως νὰ τὰ διηγηθοῦν σὲ τρίτους.

Συνέχεια ανάγνωσης «Τροφώνιο μαντεῖο»